Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

παριστάνω — to portray; to represent; to pretend

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

παριστάνω means to portray or represent something, or to pretend to be something.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παριστάνω παριστάνομαι
εσύ — you παριστάνεις παριστάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παριστάνει παριστάνεται
εμείς — we παριστάνουμε, παριστάνομε παριστανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) παριστάνετε παριστάνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παριστάνουν(ε) παριστάνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παρίστανα παριστανόμουν(α)
εσύ — you παρίστανες παριστανόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρίστανε παριστανόταν(ε)
εμείς — we παριστάναμε παριστανόμασταν
εσείς — you (plural / polite) παριστάνατε παριστανόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρίσταναν, παριστάναν(ε) παριστάνονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παρέστησα παραστάθηκα
εσύ — you παρέστησες παραστάθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρέστησε παραστάθηκε
εμείς — we παραστήσαμε παρασταθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) παραστήσατε παρασταθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρέστησαν, παραστήσαν(ε) παραστάθηκαν, παρασταθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω παραστήσει έχω παρασταθεί
εσύ — you έχεις παραστήσει έχεις παρασταθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει παραστήσει έχει παρασταθεί
εμείς — we έχουμε παραστήσει έχουμε παρασταθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε παραστήσει έχετε παρασταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν παραστήσει έχουν παρασταθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα παραστήσει είχα παρασταθεί
εσύ — you είχες παραστήσει είχες παρασταθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε παραστήσει είχε παρασταθεί
εμείς — we είχαμε παραστήσει είχαμε παρασταθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε παραστήσει είχατε παρασταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν παραστήσει είχαν παρασταθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παριστάνω θα παριστάνομαι
εσύ — you θα παριστάνεις θα παριστάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παριστάνει θα παριστάνεται
εμείς — we θα παριστάνουμε, θα παριστάνομε θα παριστανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα παριστάνετε θα παριστάνεστε, θα παριστανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παριστάνουν(ε) θα παριστάνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παραστήσω θα παρασταθώ
εσύ — you θα παραστήσεις θα παρασταθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παραστήσει θα παρασταθεί
εμείς — we θα παραστήσουμε, θα παραστήσομε θα παρασταθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα παραστήσετε θα παρασταθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παραστήσουν(ε) θα παρασταθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω παραστήσει θα έχω παρασταθεί
εσύ — you θα έχεις παραστήσει θα έχεις παρασταθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει παραστήσει θα έχει παρασταθεί
εμείς — we θα έχουμε παραστήσει θα έχουμε παρασταθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε παραστήσει θα έχετε παρασταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν παραστήσει θα έχουν παρασταθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παριστάνω να παριστάνομαι
εσύ — you να παριστάνεις να παριστάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παριστάνει να παριστάνεται
εμείς — we να παριστάνουμε, να παριστάνομε να παριστανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να παριστάνετε να παριστάνεστε, να παριστανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παριστάνουν(ε) να παριστάνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παραστήσω να παρασταθώ
εσύ — you να παραστήσεις να παρασταθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παραστήσει να παρασταθεί
εμείς — we να παραστήσουμε, να παραστήσομε να παρασταθούμε
εσείς — you (plural / polite) να παραστήσετε να παρασταθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παραστήσουν(ε) να παρασταθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω παραστήσει να έχω παρασταθεί
εσύ — you να έχεις παραστήσει να έχεις παρασταθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει παραστήσει να έχει παρασταθεί
εμείς — we να έχουμε παραστήσει να έχουμε παρασταθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε παραστήσει να έχετε παρασταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν παραστήσει να έχουν παρασταθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: παρίστανε / παριστάνετε.

Simple: παράστησε (εσύ); παραστήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The active perfective uses η: παρέστησα, θα παραστήσω, έχω παραστήσει. The conversational related verb is παρασταίνω, with παράστησα.
  • Passive variants include παραστήθηκα / παραστηθεί and παραστάθηκα / παρασταθεί. This table consistently uses the latter series.
  • Do not confuse παριστάνω with παρίσταμαι, “be present”.

Μην παριστάνεις τον ανήξερο.

Do not pretend you know nothing.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παριστάνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/paristano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /paristano/