Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
παριστάνω means to portray or represent something, or to pretend to be something.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παριστάνω | παριστάνομαι |
| εσύ — you | παριστάνεις | παριστάνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παριστάνει | παριστάνεται |
| εμείς — we | παριστάνουμε, παριστάνομε | παριστανόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | παριστάνετε | παριστάνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παριστάνουν(ε) | παριστάνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παρίστανα | παριστανόμουν(α) |
| εσύ — you | παρίστανες | παριστανόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρίστανε | παριστανόταν(ε) |
| εμείς — we | παριστάναμε | παριστανόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | παριστάνατε | παριστανόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρίσταναν, παριστάναν(ε) | παριστάνονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παρέστησα | παραστάθηκα |
| εσύ — you | παρέστησες | παραστάθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρέστησε | παραστάθηκε |
| εμείς — we | παραστήσαμε | παρασταθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | παραστήσατε | παρασταθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρέστησαν, παραστήσαν(ε) | παραστάθηκαν, παρασταθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω παραστήσει | έχω παρασταθεί |
| εσύ — you | έχεις παραστήσει | έχεις παρασταθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει παραστήσει | έχει παρασταθεί |
| εμείς — we | έχουμε παραστήσει | έχουμε παρασταθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε παραστήσει | έχετε παρασταθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν παραστήσει | έχουν παρασταθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα παραστήσει | είχα παρασταθεί |
| εσύ — you | είχες παραστήσει | είχες παρασταθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε παραστήσει | είχε παρασταθεί |
| εμείς — we | είχαμε παραστήσει | είχαμε παρασταθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε παραστήσει | είχατε παρασταθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν παραστήσει | είχαν παρασταθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα παριστάνω | θα παριστάνομαι |
| εσύ — you | θα παριστάνεις | θα παριστάνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παριστάνει | θα παριστάνεται |
| εμείς — we | θα παριστάνουμε, θα παριστάνομε | θα παριστανόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παριστάνετε | θα παριστάνεστε, θα παριστανόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παριστάνουν(ε) | θα παριστάνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα παραστήσω | θα παρασταθώ |
| εσύ — you | θα παραστήσεις | θα παρασταθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παραστήσει | θα παρασταθεί |
| εμείς — we | θα παραστήσουμε, θα παραστήσομε | θα παρασταθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παραστήσετε | θα παρασταθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παραστήσουν(ε) | θα παρασταθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω παραστήσει | θα έχω παρασταθεί |
| εσύ — you | θα έχεις παραστήσει | θα έχεις παρασταθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει παραστήσει | θα έχει παρασταθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε παραστήσει | θα έχουμε παρασταθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε παραστήσει | θα έχετε παρασταθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν παραστήσει | θα έχουν παρασταθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να παριστάνω | να παριστάνομαι |
| εσύ — you | να παριστάνεις | να παριστάνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παριστάνει | να παριστάνεται |
| εμείς — we | να παριστάνουμε, να παριστάνομε | να παριστανόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παριστάνετε | να παριστάνεστε, να παριστανόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παριστάνουν(ε) | να παριστάνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να παραστήσω | να παρασταθώ |
| εσύ — you | να παραστήσεις | να παρασταθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παραστήσει | να παρασταθεί |
| εμείς — we | να παραστήσουμε, να παραστήσομε | να παρασταθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παραστήσετε | να παρασταθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παραστήσουν(ε) | να παρασταθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω παραστήσει | να έχω παρασταθεί |
| εσύ — you | να έχεις παραστήσει | να έχεις παρασταθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει παραστήσει | να έχει παρασταθεί |
| εμείς — we | να έχουμε παραστήσει | να έχουμε παρασταθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε παραστήσει | να έχετε παρασταθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν παραστήσει | να έχουν παρασταθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: παρίστανε / παριστάνετε.
Simple: παράστησε (εσύ); παραστήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The active perfective uses η: παρέστησα, θα παραστήσω, έχω παραστήσει. The conversational related verb is παρασταίνω, with παράστησα.
- Passive variants include παραστήθηκα / παραστηθεί and παραστάθηκα / παρασταθεί. This table consistently uses the latter series.
- Do not confuse παριστάνω with παρίσταμαι, “be present”.
Μην παριστάνεις τον ανήξερο.
Do not pretend you know nothing.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παριστάνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/paristano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/paristano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.