Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

παρέχω — to provide, offer

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

παρέχω means “to provide,” “to offer” or “to supply.” The passive παρέχομαι means “to be provided.” Note the irregular stems παρείχα, παράσχω and παρασχέθηκα.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παρέχω παρέχομαι
εσύ — you παρέχεις παρέχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρέχει παρέχεται
εμείς — we παρέχουμε παρεχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) παρέχετε παρέχεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρέχουν παρέχονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παρείχα παρεχόμουν
εσύ — you παρείχες παρεχόσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρείχε παρεχόταν
εμείς — we παρείχαμε παρεχόμασταν
εσείς — you (plural / polite) παρείχατε παρεχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρείχαν παρέχονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I — παρασχέθηκα
εσύ — you — παρασχέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρέσχε (formal) παρασχέθηκε
εμείς — we — παρασχεθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) — παρασχεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρέσχεσαν (formal) παρασχέθηκαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω παράσχει έχω παρασχεθεί
εσύ — you έχεις παράσχει έχεις παρασχεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει παράσχει έχει παρασχεθεί
εμείς — we έχουμε παράσχει έχουμε παρασχεθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε παράσχει έχετε παρασχεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν παράσχει έχουν παρασχεθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα παράσχει είχα παρασχεθεί
εσύ — you είχες παράσχει είχες παρασχεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε παράσχει είχε παρασχεθεί
εμείς — we είχαμε παράσχει είχαμε παρασχεθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε παράσχει είχατε παρασχεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν παράσχει είχαν παρασχεθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παρέχω θα παρέχομαι
εσύ — you θα παρέχεις θα παρέχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παρέχει θα παρέχεται
εμείς — we θα παρέχουμε θα παρεχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα παρέχετε θα παρέχεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παρέχουν θα παρέχονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παράσχω θα παρασχεθώ
εσύ — you θα παράσχεις θα παρασχεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παράσχει θα παρασχεθεί
εμείς — we θα παράσχουμε θα παρασχεθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα παράσχετε θα παρασχεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παράσχουν θα παρασχεθούν

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω παράσχει θα έχω παρασχεθεί
εσύ — you θα έχεις παράσχει θα έχεις παρασχεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει παράσχει θα έχει παρασχεθεί
εμείς — we θα έχουμε παράσχει θα έχουμε παρασχεθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε παράσχει θα έχετε παρασχεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν παράσχει θα έχουν παρασχεθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παρέχω να παρέχομαι
εσύ — you να παρέχεις να παρέχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παρέχει να παρέχεται
εμείς — we να παρέχουμε να παρεχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να παρέχετε να παρέχεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παρέχουν να παρέχονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παράσχω να παρασχεθώ
εσύ — you να παράσχεις να παρασχεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παράσχει να παρασχεθεί
εμείς — we να παράσχουμε να παρασχεθούμε
εσείς — you (plural / polite) να παράσχετε να παρασχεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παράσχουν να παρασχεθούν

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω παράσχει να έχω παρασχεθεί
εσύ — you να έχεις παράσχει να έχεις παρασχεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει παράσχει να έχει παρασχεθεί
εμείς — we να έχουμε παράσχει να έχουμε παρασχεθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε παράσχει να έχετε παρασχεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν παράσχει να έχουν παρασχεθεί

Requests and instructions

Continuous: παρέχε (εσύ), παρέχετε (εσείς). For a particular action, a να-construction is often more natural: να παράσχεις / να παράσχετε.

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The learned active aorist is most familiar in the third person: παρέσχε, παρέσχεσαν. Dashes in that row indicate that a full learned paradigm is not being recommended for everyday use.
  • The imperfect παρείχα describes continuing or repeated provision. The perfect uses έχω παράσχει; the passive uses έχω παρασχεθεί.
  • Present participle: παρέχοντας. Formal attributive participle: παρεχόμενος, παρεχόμενη, παρεχόμενο (being provided).

Η εταιρεία παρέχει τεχνική υποστήριξη.

The company provides technical support.

Έχει παρασχεθεί η απαραίτητη βοήθεια.

The necessary help has been provided.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παρέχω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/parexo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /parexo/