Modern Greek verb conjugation
ανθίζω · to bloom, flourish
Used literally for plants and figuratively for activity or success: Τα λουλούδια άνθισαν. — The flowers bloomed. Η τέχνη ανθίζει. — Art is flourishing.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | ανθίζω |
| εσύ · you | ανθίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανθίζει |
| εμείς · we | ανθίζουμε, ανθίζομε |
| εσείς · you | ανθίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανθίζουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | άνθιζα |
| εσύ · you | άνθιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | άνθιζε |
| εμείς · we | ανθίζαμε |
| εσείς · you | ανθίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | άνθιζαν, ανθίζαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | άνθισα |
| εσύ · you | άνθισες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | άνθισε |
| εμείς · we | ανθίσαμε |
| εσείς · you | ανθίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | άνθισαν, ανθίσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | έχω ανθίσει |
| εσύ · you | έχεις ανθίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει ανθίσει |
| εμείς · we | έχουμε ανθίσει |
| εσείς · you | έχετε ανθίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν ανθίσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | είχα ανθίσει |
| εσύ · you | είχες ανθίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε ανθίσει |
| εμείς · we | είχαμε ανθίσει |
| εσείς · you | είχατε ανθίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν ανθίσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα ανθίζω |
| εσύ · you | θα ανθίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανθίζει |
| εμείς · we | θα ανθίζουμε, θα ανθίζομε |
| εσείς · you | θα ανθίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανθίζουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα ανθίσω |
| εσύ · you | θα ανθίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανθίσει |
| εμείς · we | θα ανθίσουμε, θα ανθίσομε |
| εσείς · you | θα ανθίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανθίσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα έχω ανθίσει |
| εσύ · you | θα έχεις ανθίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει ανθίσει |
| εμείς · we | θα έχουμε ανθίσει |
| εσείς · you | θα έχετε ανθίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν ανθίσει |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να ανθίζω |
| εσύ · you | να ανθίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανθίζει |
| εμείς · we | να ανθίζουμε, να ανθίζομε |
| εσείς · you | να ανθίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανθίζουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να ανθίσω |
| εσύ · you | να ανθίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανθίσει |
| εμείς · we | να ανθίσουμε, να ανθίσομε |
| εσείς · you | να ανθίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανθίσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να έχω ανθίσει |
| εσύ · you | να έχεις ανθίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει ανθίσει |
| εμείς · we | να έχουμε ανθίσει |
| εσείς · you | να έχετε ανθίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν ανθίσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: άνθιζε / ανθίζετε. Simple: άνθισε / ανθίστε. Direct commands are mainly figurative or poetic.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: ανθίζοντας.
Perfect participial construction: έχοντας ανθίσει.
Participial adjective: ανθισμένος, ανθισμένη, ανθισμένο. Its use depends on the state or result being described.
Invariant compound-tense form: ανθίσει; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anthizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.