αντιδρώ (antidro) — to react, respond

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αντιδρώ · to react, respond, object

Use αντιδρώ σε κάτι for reacting to something: Αντέδρασε γρήγορα στην αλλαγή. — They reacted quickly to the change. In the past, the augment appears in αντέδρασα; the simple command is αντίδρασε.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iαντιδρώ, αντιδράω
εσύ · youαντιδράς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαντιδρά, αντιδράει
εμείς · weαντιδρούμε, αντιδράμε
εσείς · youαντιδράτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαντιδρούν(ε), αντιδράν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iαντιδρούσα
εσύ · youαντιδρούσες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαντιδρούσε
εμείς · weαντιδρούσαμε
εσείς · youαντιδρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαντιδρούσαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iαντέδρασα
εσύ · youαντέδρασες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαντέδρασε
εμείς · weαντιδράσαμε
εσείς · youαντιδράσατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαντέδρασαν, αντιδράσανε

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iέχω αντιδράσει
εσύ · youέχεις αντιδράσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αντιδράσει
εμείς · weέχουμε αντιδράσει
εσείς · youέχετε αντιδράσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αντιδράσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iείχα αντιδράσει
εσύ · youείχες αντιδράσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αντιδράσει
εμείς · weείχαμε αντιδράσει
εσείς · youείχατε αντιδράσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αντιδράσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα αντιδρώ, θα αντιδράω
εσύ · youθα αντιδράς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αντιδρά, θα αντιδράει
εμείς · weθα αντιδρούμε, θα αντιδράμε
εσείς · youθα αντιδράτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αντιδρούν(ε), θα αντιδράν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα αντιδράσω
εσύ · youθα αντιδράσεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αντιδράσει
εμείς · weθα αντιδράσουμε, θα αντιδράσομε
εσείς · youθα αντιδράσετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αντιδράσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα έχω αντιδράσει
εσύ · youθα έχεις αντιδράσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αντιδράσει
εμείς · weθα έχουμε αντιδράσει
εσείς · youθα έχετε αντιδράσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αντιδράσει

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα αντιδρώ, να αντιδράω
εσύ · youνα αντιδράς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αντιδρά, να αντιδράει
εμείς · weνα αντιδρούμε, να αντιδράμε
εσείς · youνα αντιδράτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αντιδρούν(ε), να αντιδράν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα αντιδράσω
εσύ · youνα αντιδράσεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αντιδράσει
εμείς · weνα αντιδράσουμε, να αντιδράσομε
εσείς · youνα αντιδράσετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αντιδράσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα έχω αντιδράσει
εσύ · youνα έχεις αντιδράσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αντιδράσει
εμείς · weνα έχουμε αντιδράσει
εσείς · youνα έχετε αντιδράσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αντιδράσει

Imperative · Προστακτική

Simple: αντίδρασε / αντιδράστε. Continuous plural: αντιδράτε. Negative commands: μην αντιδράς / μην αντιδράτε.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αντιδρώντας.

Perfect participial construction: έχοντας αντιδράσει.

Invariant compound-tense form: αντιδράσει; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/antidro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /antidro/