Modern Greek verb conjugation
αντιγράφω · to copy, transcribe
Αντιγράφω το κείμενο. — I copy the text. The passive has alternatives with -φτ- and -φ-: αντιγράφτηκε / αντιγράφηκε. A completed action, έχω αντιγράψει, differs from a resulting state, είναι αντιγραμμένο.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αντιγράφω | αντιγράφομαι |
| εσύ · you | αντιγράφεις | αντιγράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αντιγράφει | αντιγράφεται |
| εμείς · we | αντιγράφουμε, αντιγράφομε | αντιγραφόμαστε |
| εσείς · you | αντιγράφετε | αντιγράφεστε, αντιγραφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αντιγράφουν(ε) | αντιγράφονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αντέγραφα | αντιγραφόμουν(α) |
| εσύ · you | αντέγραφες | αντιγραφόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αντέγραφε | αντιγραφόταν(ε) |
| εμείς · we | αντιγράφαμε | αντιγραφόμαστε, αντιγραφόμασταν |
| εσείς · you | αντιγράφατε | αντιγραφόσαστε, αντιγραφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αντέγραφαν, αντιγράφαν(ε) | αντιγράφονταν, αντιγραφόντανε, αντιγραφόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αντέγραψα | αντιγράφτηκα, αντιγράφηκα |
| εσύ · you | αντέγραψες | αντιγράφτηκες, αντιγράφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αντέγραψε | αντιγράφτηκε, αντιγράφηκε |
| εμείς · we | αντιγράψαμε | αντιγραφτήκαμε, αντιγραφήκαμε |
| εσείς · you | αντιγράψατε | αντιγραφτήκατε, αντιγραφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αντέγραψαν, αντιγράψαν(ε) | αντιγράφτηκαν, αντιγραφτήκαν(ε), αντιγράφηκαν, αντιγραφήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αντιγράψει | έχω αντιγραφτεί έχω αντιγραφεί |
| εσύ · you | έχεις αντιγράψει | έχεις αντιγραφτεί έχεις αντιγραφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αντιγράψει | έχει αντιγραφτεί έχει αντιγραφεί |
| εμείς · we | έχουμε αντιγράψει | έχουμε αντιγραφτεί έχουμε αντιγραφεί |
| εσείς · you | έχετε αντιγράψει | έχετε αντιγραφτεί έχετε αντιγραφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αντιγράψει | έχουν αντιγραφτεί έχουν αντιγραφεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αντιγράψει | είχα αντιγραφτεί είχα αντιγραφεί |
| εσύ · you | είχες αντιγράψει | είχες αντιγραφτεί είχες αντιγραφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αντιγράψει | είχε αντιγραφτεί είχε αντιγραφεί |
| εμείς · we | είχαμε αντιγράψει | είχαμε αντιγραφτεί είχαμε αντιγραφεί |
| εσείς · you | είχατε αντιγράψει | είχατε αντιγραφτεί είχατε αντιγραφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αντιγράψει | είχαν αντιγραφτεί είχαν αντιγραφεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αντιγράφω | θα αντιγράφομαι |
| εσύ · you | θα αντιγράφεις | θα αντιγράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αντιγράφει | θα αντιγράφεται |
| εμείς · we | θα αντιγράφουμε, θα αντιγράφομε | θα αντιγραφόμαστε |
| εσείς · you | θα αντιγράφετε | θα αντιγράφεστε, θα αντιγραφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αντιγράφουν(ε) | θα αντιγράφονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αντιγράψω | θα αντιγραφτώ, θα αντιγραφώ |
| εσύ · you | θα αντιγράψεις | θα αντιγραφτείς, θα αντιγραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αντιγράψει | θα αντιγραφτεί, θα αντιγραφεί |
| εμείς · we | θα αντιγράψουμε, θα αντιγράψομε | θα αντιγραφτούμε, θα αντιγραφούμε |
| εσείς · you | θα αντιγράψετε | θα αντιγραφτείτε, θα αντιγραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αντιγράψουν(ε) | θα αντιγραφτούν(ε), θα αντιγραφούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αντιγράψει | θα έχω αντιγραφτεί θα έχω αντιγραφεί |
| εσύ · you | θα έχεις αντιγράψει | θα έχεις αντιγραφτεί θα έχεις αντιγραφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αντιγράψει | θα έχει αντιγραφτεί θα έχει αντιγραφεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αντιγράψει | θα έχουμε αντιγραφτεί θα έχουμε αντιγραφεί |
| εσείς · you | θα έχετε αντιγράψει | θα έχετε αντιγραφτεί θα έχετε αντιγραφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αντιγράψει | θα έχουν αντιγραφτεί θα έχουν αντιγραφεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αντιγράφω | να αντιγράφομαι |
| εσύ · you | να αντιγράφεις | να αντιγράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αντιγράφει | να αντιγράφεται |
| εμείς · we | να αντιγράφουμε, να αντιγράφομε | να αντιγραφόμαστε |
| εσείς · you | να αντιγράφετε | να αντιγράφεστε, να αντιγραφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αντιγράφουν(ε) | να αντιγράφονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αντιγράψω | να αντιγραφτώ, να αντιγραφώ |
| εσύ · you | να αντιγράψεις | να αντιγραφτείς, να αντιγραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αντιγράψει | να αντιγραφτεί, να αντιγραφεί |
| εμείς · we | να αντιγράψουμε, να αντιγράψομε | να αντιγραφτούμε, να αντιγραφούμε |
| εσείς · you | να αντιγράψετε | να αντιγραφτείτε, να αντιγραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αντιγράψουν(ε) | να αντιγραφτούν(ε), να αντιγραφούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αντιγράψει | να έχω αντιγραφτεί να έχω αντιγραφεί |
| εσύ · you | να έχεις αντιγράψει | να έχεις αντιγραφτεί να έχεις αντιγραφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αντιγράψει | να έχει αντιγραφτεί να έχει αντιγραφεί |
| εμείς · we | να έχουμε αντιγράψει | να έχουμε αντιγραφτεί να έχουμε αντιγραφεί |
| εσείς · you | να έχετε αντιγράψει | να έχετε αντιγραφτεί να έχετε αντιγραφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αντιγράψει | να έχουν αντιγραφτεί να έχουν αντιγραφεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: αντίγραφε / αντιγράφετε. Simple: αντίγραψε / αντιγράψτε (also αντιγράφτε). Passive plural: αντιγραφτείτε / αντιγραφείτε, where the context allows a command.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αντιγράφοντας.
Perfect participial construction: έχοντας αντιγράψει; passive έχοντας αντιγραφτεί / αντιγραφεί.
Participial adjective: αντιγραμμένος, αντιγραμμένη, αντιγραμμένο. Its use depends on the state or result being described.
Invariant compound-tense forms: αντιγράψει / αντιγραφτεί / αντιγραφεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/antigrafo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.