αντιγράφω (antigrafo) — to copy, transcribe

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αντιγράφω · to copy, transcribe

Αντιγράφω το κείμενο. — I copy the text. The passive has alternatives with -φτ- and -φ-: αντιγράφτηκε / αντιγράφηκε. A completed action, έχω αντιγράψει, differs from a resulting state, είναι αντιγραμμένο.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαντιγράφωαντιγράφομαι
εσύ · youαντιγράφειςαντιγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαντιγράφειαντιγράφεται
εμείς · weαντιγράφουμε, αντιγράφομεαντιγραφόμαστε
εσείς · youαντιγράφετεαντιγράφεστε, αντιγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαντιγράφουν(ε)αντιγράφονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαντέγραφααντιγραφόμουν(α)
εσύ · youαντέγραφεςαντιγραφόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαντέγραφεαντιγραφόταν(ε)
εμείς · weαντιγράφαμεαντιγραφόμαστε, αντιγραφόμασταν
εσείς · youαντιγράφατεαντιγραφόσαστε, αντιγραφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαντέγραφαν, αντιγράφαν(ε)αντιγράφονταν, αντιγραφόντανε, αντιγραφόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαντέγραψααντιγράφτηκα, αντιγράφηκα
εσύ · youαντέγραψεςαντιγράφτηκες, αντιγράφηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαντέγραψεαντιγράφτηκε, αντιγράφηκε
εμείς · weαντιγράψαμεαντιγραφτήκαμε, αντιγραφήκαμε
εσείς · youαντιγράψατεαντιγραφτήκατε, αντιγραφήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαντέγραψαν, αντιγράψαν(ε)αντιγράφτηκαν, αντιγραφτήκαν(ε), αντιγράφηκαν, αντιγραφήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω αντιγράψειέχω αντιγραφτεί
έχω αντιγραφεί
εσύ · youέχεις αντιγράψειέχεις αντιγραφτεί
έχεις αντιγραφεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αντιγράψειέχει αντιγραφτεί
έχει αντιγραφεί
εμείς · weέχουμε αντιγράψειέχουμε αντιγραφτεί
έχουμε αντιγραφεί
εσείς · youέχετε αντιγράψειέχετε αντιγραφτεί
έχετε αντιγραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αντιγράψειέχουν αντιγραφτεί
έχουν αντιγραφεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα αντιγράψειείχα αντιγραφτεί
είχα αντιγραφεί
εσύ · youείχες αντιγράψειείχες αντιγραφτεί
είχες αντιγραφεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αντιγράψειείχε αντιγραφτεί
είχε αντιγραφεί
εμείς · weείχαμε αντιγράψειείχαμε αντιγραφτεί
είχαμε αντιγραφεί
εσείς · youείχατε αντιγράψειείχατε αντιγραφτεί
είχατε αντιγραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αντιγράψειείχαν αντιγραφτεί
είχαν αντιγραφεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αντιγράφωθα αντιγράφομαι
εσύ · youθα αντιγράφειςθα αντιγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αντιγράφειθα αντιγράφεται
εμείς · weθα αντιγράφουμε, θα αντιγράφομεθα αντιγραφόμαστε
εσείς · youθα αντιγράφετεθα αντιγράφεστε, θα αντιγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αντιγράφουν(ε)θα αντιγράφονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αντιγράψωθα αντιγραφτώ, θα αντιγραφώ
εσύ · youθα αντιγράψειςθα αντιγραφτείς, θα αντιγραφείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αντιγράψειθα αντιγραφτεί, θα αντιγραφεί
εμείς · weθα αντιγράψουμε, θα αντιγράψομεθα αντιγραφτούμε, θα αντιγραφούμε
εσείς · youθα αντιγράψετεθα αντιγραφτείτε, θα αντιγραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αντιγράψουν(ε)θα αντιγραφτούν(ε), θα αντιγραφούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω αντιγράψειθα έχω αντιγραφτεί
θα έχω αντιγραφεί
εσύ · youθα έχεις αντιγράψειθα έχεις αντιγραφτεί
θα έχεις αντιγραφεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αντιγράψειθα έχει αντιγραφτεί
θα έχει αντιγραφεί
εμείς · weθα έχουμε αντιγράψειθα έχουμε αντιγραφτεί
θα έχουμε αντιγραφεί
εσείς · youθα έχετε αντιγράψειθα έχετε αντιγραφτεί
θα έχετε αντιγραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αντιγράψειθα έχουν αντιγραφτεί
θα έχουν αντιγραφεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αντιγράφωνα αντιγράφομαι
εσύ · youνα αντιγράφειςνα αντιγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αντιγράφεινα αντιγράφεται
εμείς · weνα αντιγράφουμε, να αντιγράφομενα αντιγραφόμαστε
εσείς · youνα αντιγράφετενα αντιγράφεστε, να αντιγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αντιγράφουν(ε)να αντιγράφονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αντιγράψωνα αντιγραφτώ, να αντιγραφώ
εσύ · youνα αντιγράψειςνα αντιγραφτείς, να αντιγραφείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αντιγράψεινα αντιγραφτεί, να αντιγραφεί
εμείς · weνα αντιγράψουμε, να αντιγράψομενα αντιγραφτούμε, να αντιγραφούμε
εσείς · youνα αντιγράψετενα αντιγραφτείτε, να αντιγραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αντιγράψουν(ε)να αντιγραφτούν(ε), να αντιγραφούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω αντιγράψεινα έχω αντιγραφτεί
να έχω αντιγραφεί
εσύ · youνα έχεις αντιγράψεινα έχεις αντιγραφτεί
να έχεις αντιγραφεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αντιγράψεινα έχει αντιγραφτεί
να έχει αντιγραφεί
εμείς · weνα έχουμε αντιγράψεινα έχουμε αντιγραφτεί
να έχουμε αντιγραφεί
εσείς · youνα έχετε αντιγράψεινα έχετε αντιγραφτεί
να έχετε αντιγραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αντιγράψεινα έχουν αντιγραφτεί
να έχουν αντιγραφεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: αντίγραφε / αντιγράφετε. Simple: αντίγραψε / αντιγράψτε (also αντιγράφτε). Passive plural: αντιγραφτείτε / αντιγραφείτε, where the context allows a command.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αντιγράφοντας.

Perfect participial construction: έχοντας αντιγράψει; passive έχοντας αντιγραφτεί / αντιγραφεί.

Participial adjective: αντιγραμμένος, αντιγραμμένη, αντιγραμμένο. Its use depends on the state or result being described.

Invariant compound-tense forms: αντιγράψει / αντιγραφτεί / αντιγραφεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/antigrafo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /antigrafo/