μεταγράφω (metagrafo) — to transcribe; to transfer registration

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μεταγράφω means to transcribe or register a transfer. μεταγράφομαι can mean to transfer to another school or team.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μεταγράφω μεταγράφομαι
εσύ — you μεταγράφεις μεταγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μεταγράφει μεταγράφεται
εμείς — we μεταγράφουμε, μεταγράφομε μεταγραφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) μεταγράφετε μεταγράφεστε, μεταγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μεταγράφουν(ε) μεταγράφονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μετέγραφα μεταγραφόμουν(α)
εσύ — you μετέγραφες μεταγραφόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μετέγραφε μεταγραφόταν(ε)
εμείς — we μεταγράφαμε μεταγραφόμασταν
εσείς — you (plural / polite) μεταγράφατε μεταγραφόσαστε, μεταγραφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they μετέγραφαν, μεταγράφαν(ε) μεταγράφονταν, μεταγραφόντανε, μεταγραφόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μετέγραψα μεταγράφτηκα, μεταγράφηκα
εσύ — you μετέγραψες μεταγράφτηκες, μεταγράφηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μετέγραψε μεταγράφτηκε, μεταγράφηκε
εμείς — we μεταγράψαμε μεταγραφτήκαμε, μεταγραφήκαμε
εσείς — you (plural / polite) μεταγράψατε μεταγραφτήκατε, μεταγραφήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μετέγραψαν, μεταγράψαν(ε) μεταγράφτηκαν, μεταγραφτήκαν(ε), μεταγράφηκαν, μεταγραφήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω μεταγράψει έχω μεταγραφτεί
εσύ — you έχεις μεταγράψει έχεις μεταγραφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μεταγράψει έχει μεταγραφτεί
εμείς — we έχουμε μεταγράψει έχουμε μεταγραφτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε μεταγράψει έχετε μεταγραφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μεταγράψει έχουν μεταγραφτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα μεταγράψει είχα μεταγραφτεί
εσύ — you είχες μεταγράψει είχες μεταγραφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μεταγράψει είχε μεταγραφτεί
εμείς — we είχαμε μεταγράψει είχαμε μεταγραφτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε μεταγράψει είχατε μεταγραφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μεταγράψει είχαν μεταγραφτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μεταγράφω θα μεταγράφομαι
εσύ — you θα μεταγράφεις θα μεταγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μεταγράφει θα μεταγράφεται
εμείς — we θα μεταγράφουμε, θα μεταγράφομε θα μεταγραφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα μεταγράφετε θα μεταγράφεστε, θα μεταγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μεταγράφουν(ε) θα μεταγράφονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μεταγράψω θα μεταγραφτώ, θα μεταγραφώ
εσύ — you θα μεταγράψεις θα μεταγραφτείς, θα μεταγραφείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μεταγράψει θα μεταγραφτεί, θα μεταγραφεί
εμείς — we θα μεταγράψουμε, θα μεταγράψομε θα μεταγραφτούμε, θα μεταγραφούμε
εσείς — you (plural / polite) θα μεταγράψετε θα μεταγραφτείτε, θα μεταγραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μεταγράψουν(ε) θα μεταγραφτούν(ε), θα μεταγραφούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω μεταγράψει θα έχω μεταγραφτεί
εσύ — you θα έχεις μεταγράψει θα έχεις μεταγραφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μεταγράψει θα έχει μεταγραφτεί
εμείς — we θα έχουμε μεταγράψει θα έχουμε μεταγραφτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μεταγράψει θα έχετε μεταγραφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μεταγράψει θα έχουν μεταγραφτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μεταγράφω να μεταγράφομαι
εσύ — you να μεταγράφεις να μεταγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μεταγράφει να μεταγράφεται
εμείς — we να μεταγράφουμε, να μεταγράφομε να μεταγραφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να μεταγράφετε να μεταγράφεστε, να μεταγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μεταγράφουν(ε) να μεταγράφονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μεταγράψω να μεταγραφτώ, να μεταγραφώ
εσύ — you να μεταγράψεις να μεταγραφτείς, να μεταγραφείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μεταγράψει να μεταγραφτεί, να μεταγραφεί
εμείς — we να μεταγράψουμε, να μεταγράψομε να μεταγραφτούμε, να μεταγραφούμε
εσείς — you (plural / polite) να μεταγράψετε να μεταγραφτείτε, να μεταγραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μεταγράψουν(ε) να μεταγραφτούν(ε), να μεταγραφούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω μεταγράψει να έχω μεταγραφτεί
εσύ — you να έχεις μεταγράψει να έχεις μεταγραφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μεταγράψει να έχει μεταγραφτεί
εμείς — we να έχουμε μεταγράψει να έχουμε μεταγραφτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μεταγράψει να έχετε μεταγραφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μεταγράψει να έχουν μεταγραφτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: μετάγραφε / μεταγράφετε.

Simple: μετάγραψε (εσύ); μεταγράψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The passive perfective has two series: μεταγράφτηκα / μεταγραφτώ / μεταγραφτεί and μεταγράφηκα / μεταγραφώ / μεταγραφεί. Compound tenses here use μεταγραφτεί.

Ο παίκτης μεταγράφηκε σε άλλη ομάδα.

The player transferred to another team.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μεταγράφω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/metagrafo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /metagrafo/