Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
μετακομίζω usually means to move house or relocate. It can also describe moving belongings to another place.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
μετακομίζω |
| εσύ — you |
μετακομίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
μετακομίζει |
| εμείς — we |
μετακομίζουμε, μετακομίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
μετακομίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
μετακομίζουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
μετακόμιζα |
| εσύ — you |
μετακόμιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
μετακόμιζε |
| εμείς — we |
μετακομίζαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
μετακομίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
μετακόμιζαν, μετακομίζαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
μετακόμισα |
| εσύ — you |
μετακόμισες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
μετακόμισε |
| εμείς — we |
μετακομίσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
μετακομίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
μετακόμισαν, μετακομίσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω μετακομίσει |
| εσύ — you |
έχεις μετακομίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει μετακομίσει |
| εμείς — we |
έχουμε μετακομίσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε μετακομίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν μετακομίσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα μετακομίσει |
| εσύ — you |
είχες μετακομίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε μετακομίσει |
| εμείς — we |
είχαμε μετακομίσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε μετακομίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν μετακομίσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα μετακομίζω |
| εσύ — you |
θα μετακομίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα μετακομίζει |
| εμείς — we |
θα μετακομίζουμε, θα μετακομίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα μετακομίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα μετακομίζουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα μετακομίσω |
| εσύ — you |
θα μετακομίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα μετακομίσει |
| εμείς — we |
θα μετακομίσουμε, θα μετακομίσομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα μετακομίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα μετακομίσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω μετακομίσει |
| εσύ — you |
θα έχεις μετακομίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει μετακομίσει |
| εμείς — we |
θα έχουμε μετακομίσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε μετακομίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν μετακομίσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να μετακομίζω |
| εσύ — you |
να μετακομίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να μετακομίζει |
| εμείς — we |
να μετακομίζουμε, να μετακομίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να μετακομίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να μετακομίζουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να μετακομίσω |
| εσύ — you |
να μετακομίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να μετακομίσει |
| εμείς — we |
να μετακομίσουμε, να μετακομίσομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να μετακομίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να μετακομίσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω μετακομίσει |
| εσύ — you |
να έχεις μετακομίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει μετακομίσει |
| εμείς — we |
να έχουμε μετακομίσει |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε μετακομίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν μετακομίσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: μετακόμιζε / μετακομίζετε.
Simple: μετακόμισε (εσύ); μετακομίστε (εσείς).