Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
μεταναστεύω means to emigrate or migrate.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | μεταναστεύω |
| εσύ — you | μεταναστεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μεταναστεύει |
| εμείς — we | μεταναστεύουμε, μεταναστεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) | μεταναστεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μεταναστεύουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | μετανάστευα |
| εσύ — you | μετανάστευες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μετανάστευε |
| εμείς — we | μεταναστεύαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | μεταναστεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μετανάστευαν, μεταναστεύαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | μετανάστευσα |
| εσύ — you | μετανάστευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μετανάστευσε |
| εμείς — we | μεταναστεύσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | μεταναστεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μετανάστευσαν, μεταναστεύσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω μεταναστεύσει |
| εσύ — you | έχεις μεταναστεύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει μεταναστεύσει |
| εμείς — we | έχουμε μεταναστεύσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε μεταναστεύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν μεταναστεύσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα μεταναστεύσει |
| εσύ — you | είχες μεταναστεύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε μεταναστεύσει |
| εμείς — we | είχαμε μεταναστεύσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε μεταναστεύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν μεταναστεύσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα μεταναστεύω |
| εσύ — you | θα μεταναστεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μεταναστεύει |
| εμείς — we | θα μεταναστεύουμε, θα μεταναστεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μεταναστεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μεταναστεύουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα μεταναστεύσω |
| εσύ — you | θα μεταναστεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μεταναστεύσει |
| εμείς — we | θα μεταναστεύσουμε, θα μεταναστεύσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μεταναστεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μεταναστεύσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω μεταναστεύσει |
| εσύ — you | θα έχεις μεταναστεύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει μεταναστεύσει |
| εμείς — we | θα έχουμε μεταναστεύσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε μεταναστεύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν μεταναστεύσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να μεταναστεύω |
| εσύ — you | να μεταναστεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μεταναστεύει |
| εμείς — we | να μεταναστεύουμε, να μεταναστεύομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μεταναστεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μεταναστεύουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να μεταναστεύσω |
| εσύ — you | να μεταναστεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μεταναστεύσει |
| εμείς — we | να μεταναστεύσουμε, να μεταναστεύσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μεταναστεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μεταναστεύσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω μεταναστεύσει |
| εσύ — you | να έχεις μεταναστεύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει μεταναστεύσει |
| εμείς — we | να έχουμε μεταναστεύσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε μεταναστεύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν μεταναστεύσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: μετανάστευε / μεταναστεύετε.
Simple: μετανάστευσε (εσύ); μεταναστεύστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The table consistently uses the -ευσ- perfective series: μετανάστευσα, θα μεταναστεύσω, έχω μεταναστεύσει. The -εψ- variant also occurs: μετανάστεψα, θα μεταναστέψω, έχω μεταναστέψει.
Η οικογένεια μετανάστευσε στην Αυστραλία.
The family emigrated to Australia.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μεταναστεύω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/metanasteuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/metanasteuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.