Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

μεταναστεύω — to emigrate

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μεταναστεύω means to emigrate or migrate.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μεταναστεύω
εσύ — you μεταναστεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μεταναστεύει
εμείς — we μεταναστεύουμε, μεταναστεύομε
εσείς — you (plural / polite) μεταναστεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μεταναστεύουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μετανάστευα
εσύ — you μετανάστευες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μετανάστευε
εμείς — we μεταναστεύαμε
εσείς — you (plural / polite) μεταναστεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μετανάστευαν, μεταναστεύαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μετανάστευσα
εσύ — you μετανάστευσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μετανάστευσε
εμείς — we μεταναστεύσαμε
εσείς — you (plural / polite) μεταναστεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μετανάστευσαν, μεταναστεύσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω μεταναστεύσει
εσύ — you έχεις μεταναστεύσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μεταναστεύσει
εμείς — we έχουμε μεταναστεύσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε μεταναστεύσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μεταναστεύσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα μεταναστεύσει
εσύ — you είχες μεταναστεύσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μεταναστεύσει
εμείς — we είχαμε μεταναστεύσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε μεταναστεύσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μεταναστεύσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα μεταναστεύω
εσύ — you θα μεταναστεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μεταναστεύει
εμείς — we θα μεταναστεύουμε, θα μεταναστεύομε
εσείς — you (plural / polite) θα μεταναστεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μεταναστεύουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα μεταναστεύσω
εσύ — you θα μεταναστεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μεταναστεύσει
εμείς — we θα μεταναστεύσουμε, θα μεταναστεύσομε
εσείς — you (plural / polite) θα μεταναστεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μεταναστεύσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω μεταναστεύσει
εσύ — you θα έχεις μεταναστεύσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μεταναστεύσει
εμείς — we θα έχουμε μεταναστεύσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μεταναστεύσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μεταναστεύσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να μεταναστεύω
εσύ — you να μεταναστεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μεταναστεύει
εμείς — we να μεταναστεύουμε, να μεταναστεύομε
εσείς — you (plural / polite) να μεταναστεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μεταναστεύουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να μεταναστεύσω
εσύ — you να μεταναστεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μεταναστεύσει
εμείς — we να μεταναστεύσουμε, να μεταναστεύσομε
εσείς — you (plural / polite) να μεταναστεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μεταναστεύσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω μεταναστεύσει
εσύ — you να έχεις μεταναστεύσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μεταναστεύσει
εμείς — we να έχουμε μεταναστεύσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μεταναστεύσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μεταναστεύσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: μετανάστευε / μεταναστεύετε.

Simple: μετανάστευσε (εσύ); μεταναστεύστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The table consistently uses the -ευσ- perfective series: μετανάστευσα, θα μεταναστεύσω, έχω μεταναστεύσει. The -εψ- variant also occurs: μετανάστεψα, θα μεταναστέψω, έχω μεταναστέψει.

Η οικογένεια μετανάστευσε στην Αυστραλία.

The family emigrated to Australia.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μεταναστεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/metanasteuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /metanasteuo/