Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βάφω — to paint; to dye
βάφομαι — to be painted or dyed; to put on makeup, depending on context.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βάφω | βάφομαι |
| εσύ — you | βάφεις | βάφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βάφει | βάφεται |
| εμείς — we | βάφουμε, βάφομε | βαφόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βάφετε | βάφεστε, βαφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βάφουν(ε) | βάφονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έβαφα | βαφόμουν(α) |
| εσύ — you | έβαφες | βαφόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έβαφε | βαφόταν(ε) |
| εμείς — we | βάφαμε | βαφόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βάφατε | βαφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έβαφαν, βάφαν(ε) | βάφονταν, βαφόντανε, βαφόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έβαψα | βάφτηκα, βάφηκα |
| εσύ — you | έβαψες | βάφτηκες, βάφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έβαψε | βάφτηκε, βάφηκε |
| εμείς — we | βάψαμε | βαφτήκαμε, βαφήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βάψατε | βαφτήκατε, βαφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έβαψαν, βάψαν(ε) | βάφτηκαν, βαφτήκαν(ε), βάφηκαν, βαφήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βάψει | έχω βαφτεί |
| εσύ — you | έχεις βάψει | έχεις βαφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βάψει | έχει βαφτεί |
| εμείς — we | έχουμε βάψει | έχουμε βαφτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βάψει | έχετε βαφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βάψει | έχουν βαφτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βάψει | είχα βαφτεί |
| εσύ — you | είχες βάψει | είχες βαφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βάψει | είχε βαφτεί |
| εμείς — we | είχαμε βάψει | είχαμε βαφτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βάψει | είχατε βαφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βάψει | είχαν βαφτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βάφω | θα βάφομαι |
| εσύ — you | θα βάφεις | θα βάφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βάφει | θα βάφεται |
| εμείς — we | θα βάφουμε, θα βάφομε | θα βαφόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βάφετε | θα βάφεστε, θα βαφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βάφουν(ε) | θα βάφονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βάψω | θα βαφτώ, θα βαφώ |
| εσύ — you | θα βάψεις | θα βαφτείς, θα βαφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βάψει | θα βαφτεί, θα βαφεί |
| εμείς — we | θα βάψουμε, θα βάψομε | θα βαφτούμε, θα βαφούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βάψετε | θα βαφτείτε, θα βαφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βάψουν(ε) | θα βαφτούν(ε), θα βαφούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βάψει | θα έχω βαφτεί |
| εσύ — you | θα έχεις βάψει | θα έχεις βαφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βάψει | θα έχει βαφτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βάψει | θα έχουμε βαφτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βάψει | θα έχετε βαφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βάψει | θα έχουν βαφτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βάφω | να βάφομαι |
| εσύ — you | να βάφεις | να βάφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βάφει | να βάφεται |
| εμείς — we | να βάφουμε, να βάφομε | να βαφόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βάφετε | να βάφεστε, να βαφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βάφουν(ε) | να βάφονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βάψω | να βαφτώ, να βαφώ |
| εσύ — you | να βάψεις | να βαφτείς, να βαφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βάψει | να βαφτεί, να βαφεί |
| εμείς — we | να βάψουμε, να βάψομε | να βαφτούμε, να βαφούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βάψετε | να βαφτείτε, να βαφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βάψουν(ε) | να βαφτούν(ε), να βαφούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βάψει | να έχω βαφτεί |
| εσύ — you | να έχεις βάψει | να έχεις βαφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βάψει | να έχει βαφτεί |
| εμείς — we | να έχουμε βάψει | να έχουμε βαφτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βάψει | να έχετε βαφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βάψει | να έχουν βαφτεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βάφε | βάφετε | να βάφεσαι (να-construction) | βάφεστε |
| Simple | βάψε | βάψτε | βάψου | βαφτείτε / βαφείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Past: έβαψα (active); βάφτηκα / βάφηκα (passive).
- Perfective passive alternatives: να βαφτώ / να βαφώ; έχω βαφτεί / έχω βαφεί. The tables lead with βαφτεί in compound perfect tenses.
- Correct passive plural imperative: βαφτείτε, not βαψτείτε.
- βάφοντας — painting / dyeing; βαφόμενος, βαφόμενη, βαφόμενο — being painted; έχοντας βάψει — having painted.
- βαμμένος, βαμμένη, βαμμένο describes something painted, dyed or made up and agrees with its noun.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Negative: μη βάφεις / μη βάψεις; μη βάφεσαι / μη βαφτείς.
Έβαψα την πόρτα μπλε.
I painted the door blue.
Βάφτηκε πριν βγει έξω.
She put on makeup before going out.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βάφω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/bafo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/bafo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.