Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

διαγράφω — to delete, cross out, remove

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διαγράφω means “to delete,” “to cross out” or “to remove from a register or group.” In other contexts it can mean “to trace a course”; passive διαγράφεται can describe an outline or prospect becoming visible.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διαγράφω διαγράφομαι
εσύ — you διαγράφεις διαγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαγράφει διαγράφεται
εμείς — we διαγράφουμε, διαγράφομε διαγραφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διαγράφετε διαγράφεστε, διαγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαγράφουν(ε) διαγράφονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διέγραφα διαγραφόμουν(α)
εσύ — you διέγραφες διαγραφόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διέγραφε διαγραφόταν(ε)
εμείς — we διαγράφαμε διαγραφόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διαγράφατε διαγραφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διέγραφαν, διαγράφαν(ε) διαγράφονταν, διαγραφόντανε, διαγραφόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διέγραψα διαγράφτηκα, διαγράφηκα
εσύ — you διέγραψες διαγράφτηκες, διαγράφηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διέγραψε διαγράφτηκε, διαγράφηκε
εμείς — we διαγράψαμε διαγραφτήκαμε, διαγραφήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διαγράψατε διαγραφτήκατε, διαγραφήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διέγραψαν, διαγράψαν(ε) διαγράφτηκαν, διαγραφτήκαν(ε), διαγράφηκαν, διαγραφήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διαγράψει έχω διαγραφτεί
εσύ — you έχεις διαγράψει έχεις διαγραφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διαγράψει έχει διαγραφτεί
εμείς — we έχουμε διαγράψει έχουμε διαγραφτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διαγράψει έχετε διαγραφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διαγράψει έχουν διαγραφτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διαγράψει είχα διαγραφτεί
εσύ — you είχες διαγράψει είχες διαγραφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διαγράψει είχε διαγραφτεί
εμείς — we είχαμε διαγράψει είχαμε διαγραφτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διαγράψει είχατε διαγραφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διαγράψει είχαν διαγραφτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διαγράφω θα διαγράφομαι
εσύ — you θα διαγράφεις θα διαγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαγράφει θα διαγράφεται
εμείς — we θα διαγράφουμε, θα διαγράφομε θα διαγραφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διαγράφετε θα διαγράφεστε, θα διαγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαγράφουν(ε) θα διαγράφονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διαγράψω θα διαγραφτώ, θα διαγραφώ
εσύ — you θα διαγράψεις θα διαγραφτείς, θα διαγραφείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαγράψει θα διαγραφτεί, θα διαγραφεί
εμείς — we θα διαγράψουμε, θα διαγράψομε θα διαγραφτούμε, θα διαγραφούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διαγράψετε θα διαγραφτείτε, θα διαγραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαγράψουν(ε) θα διαγραφτούν(ε), θα διαγραφούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διαγράψει θα έχω διαγραφτεί
εσύ — you θα έχεις διαγράψει θα έχεις διαγραφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διαγράψει θα έχει διαγραφτεί
εμείς — we θα έχουμε διαγράψει θα έχουμε διαγραφτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διαγράψει θα έχετε διαγραφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διαγράψει θα έχουν διαγραφτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διαγράφω να διαγράφομαι
εσύ — you να διαγράφεις να διαγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαγράφει να διαγράφεται
εμείς — we να διαγράφουμε, να διαγράφομε να διαγραφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διαγράφετε να διαγράφεστε, να διαγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαγράφουν(ε) να διαγράφονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διαγράψω να διαγραφτώ, να διαγραφώ
εσύ — you να διαγράψεις να διαγραφτείς, να διαγραφείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαγράψει να διαγραφτεί, να διαγραφεί
εμείς — we να διαγράψουμε, να διαγράψομε να διαγραφτούμε, να διαγραφούμε
εσείς — you (plural / polite) να διαγράψετε να διαγραφτείτε, να διαγραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαγράψουν(ε) να διαγραφτούν(ε), να διαγραφούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διαγράψει να έχω διαγραφτεί
εσύ — you να έχεις διαγράψει να έχεις διαγραφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διαγράψει να έχει διαγραφτεί
εμείς — we να έχουμε διαγράψει να έχουμε διαγραφτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διαγράψει να έχετε διαγραφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διαγράψει να έχουν διαγραφτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous διάγραφε διαγράφετε — διαγράφεστε
Simple διάγραψε διαγράψτε, διαγράφτε διαγράψου διαγραφτείτε, διαγραφείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Distinguish the indicative past διέγραψε (he / she deleted) from the imperative διάγραψε (delete!). The imperative does not take the past-tense augment.
  • Both passive series occur: διαγράφτηκα / διαγράφηκα, διαγραφτώ / διαγραφώ, έχω διαγραφτεί / έχω διαγραφεί. The compound-tense tables use διαγραφτεί; διαγραφεί can be substituted throughout.
  • Present participle: διαγράφοντας. Result participle: διαγραμμένος, διαγραμμένη, διαγραμμένο.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Διάγραψε την τελευταία πρόταση.

Delete the last sentence.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διαγράφω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diagrafo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /diagrafo/