Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

διαιωνίζω — to perpetuate

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διαιωνίζω means “to perpetuate” or “to preserve over time.” It can describe keeping a memory alive or allowing a problem or injustice to continue. Passive διαιωνίζομαι means “to be perpetuated / continue over time.”

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διαιωνίζω διαιωνίζομαι
εσύ — you διαιωνίζεις διαιωνίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαιωνίζει διαιωνίζεται
εμείς — we διαιωνίζουμε, διαιωνίζομε διαιωνιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διαιωνίζετε διαιωνίζεστε, διαιωνιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαιωνίζουν(ε) διαιωνίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διαιώνιζα διαιωνιζόμουν(α)
εσύ — you διαιώνιζες διαιωνιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαιώνιζε διαιωνιζόταν(ε)
εμείς — we διαιωνίζαμε διαιωνιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διαιωνίζατε διαιωνιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαιώνιζαν, διαιωνίζαν(ε) διαιωνίζονταν, διαιωνιζόντανε, διαιωνιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διαιώνισα διαιωνίστηκα
εσύ — you διαιώνισες διαιωνίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαιώνισε διαιωνίστηκε
εμείς — we διαιωνίσαμε διαιωνιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διαιωνίσατε διαιωνιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαιώνισαν, διαιωνίσαν(ε) διαιωνίστηκαν, διαιωνιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διαιωνίσει έχω διαιωνιστεί
εσύ — you έχεις διαιωνίσει έχεις διαιωνιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διαιωνίσει έχει διαιωνιστεί
εμείς — we έχουμε διαιωνίσει έχουμε διαιωνιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διαιωνίσει έχετε διαιωνιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διαιωνίσει έχουν διαιωνιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διαιωνίσει είχα διαιωνιστεί
εσύ — you είχες διαιωνίσει είχες διαιωνιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διαιωνίσει είχε διαιωνιστεί
εμείς — we είχαμε διαιωνίσει είχαμε διαιωνιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διαιωνίσει είχατε διαιωνιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διαιωνίσει είχαν διαιωνιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διαιωνίζω θα διαιωνίζομαι
εσύ — you θα διαιωνίζεις θα διαιωνίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαιωνίζει θα διαιωνίζεται
εμείς — we θα διαιωνίζουμε, θα διαιωνίζομε θα διαιωνιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διαιωνίζετε θα διαιωνίζεστε, θα διαιωνιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαιωνίζουν(ε) θα διαιωνίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διαιωνίσω θα διαιωνιστώ
εσύ — you θα διαιωνίσεις θα διαιωνιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαιωνίσει θα διαιωνιστεί
εμείς — we θα διαιωνίσουμε, θα διαιωνίσομε θα διαιωνιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διαιωνίσετε θα διαιωνιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαιωνίσουν(ε) θα διαιωνιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διαιωνίσει θα έχω διαιωνιστεί
εσύ — you θα έχεις διαιωνίσει θα έχεις διαιωνιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διαιωνίσει θα έχει διαιωνιστεί
εμείς — we θα έχουμε διαιωνίσει θα έχουμε διαιωνιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διαιωνίσει θα έχετε διαιωνιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διαιωνίσει θα έχουν διαιωνιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διαιωνίζω να διαιωνίζομαι
εσύ — you να διαιωνίζεις να διαιωνίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαιωνίζει να διαιωνίζεται
εμείς — we να διαιωνίζουμε, να διαιωνίζομε να διαιωνιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διαιωνίζετε να διαιωνίζεστε, να διαιωνιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαιωνίζουν(ε) να διαιωνίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διαιωνίσω να διαιωνιστώ
εσύ — you να διαιωνίσεις να διαιωνιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαιωνίσει να διαιωνιστεί
εμείς — we να διαιωνίσουμε, να διαιωνίσομε να διαιωνιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να διαιωνίσετε να διαιωνιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαιωνίσουν(ε) να διαιωνιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διαιωνίσει να έχω διαιωνιστεί
εσύ — you να έχεις διαιωνίσει να έχεις διαιωνιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διαιωνίσει να έχει διαιωνιστεί
εμείς — we να έχουμε διαιωνίσει να έχουμε διαιωνιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διαιωνίσει να έχετε διαιωνιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διαιωνίσει να έχουν διαιωνιστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: διαιώνιζε (εσύ); διαιωνίζετε (εσείς). Passive commands are uncommon.

Simple: διαιώνισε (εσύ); διαιωνίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present participle: διαιωνίζοντας. Passive present participle: διαιωνιζόμενος, διαιωνιζόμενη, διαιωνιζόμενο. Result participle: διαιωνισμένος, διαιωνισμένη, διαιωνισμένο, where the context permits.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η σιωπή διαιωνίζει το πρόβλημα.

Silence perpetuates the problem.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διαιωνίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diaionizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /diaionizo/