εγγράφω (engrafo) — to enroll

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εγγράφω means to register or enrol someone, or enter information in a record. εγγράφομαι means to register oneself, enrol or be registered.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εγγράφω εγγράφομαι
εσύ — you εγγράφεις εγγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εγγράφει εγγράφεται
εμείς — we εγγράφουμε, εγγράφομε εγγραφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εγγράφετε εγγράφεστε, εγγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εγγράφουν(ε) εγγράφονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ενέγραφα εγγραφόμουν(α)
εσύ — you ενέγραφες εγγραφόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ενέγραφε εγγραφόταν(ε)
εμείς — we εγγράφαμε εγγραφόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εγγράφατε εγγραφόσαστε, εγγραφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ενέγραφαν, εγγράφαν(ε) εγγράφονταν, εγγραφόντανε, εγγραφόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ενέγραψα εγγράφηκα
εσύ — you ενέγραψες εγγράφηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ενέγραψε εγγράφηκε
εμείς — we εγγράψαμε εγγραφήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εγγράψατε εγγραφήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ενέγραψαν, εγγράψαν(ε) εγγράφηκαν, εγγραφήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εγγράψει έχω εγγραφεί
εσύ — you έχεις εγγράψει έχεις εγγραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εγγράψει έχει εγγραφεί
εμείς — we έχουμε εγγράψει έχουμε εγγραφεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εγγράψει έχετε εγγραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εγγράψει έχουν εγγραφεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εγγράψει είχα εγγραφεί
εσύ — you είχες εγγράψει είχες εγγραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εγγράψει είχε εγγραφεί
εμείς — we είχαμε εγγράψει είχαμε εγγραφεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εγγράψει είχατε εγγραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εγγράψει είχαν εγγραφεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εγγράφω θα εγγράφομαι
εσύ — you θα εγγράφεις θα εγγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εγγράφει θα εγγράφεται
εμείς — we θα εγγράφουμε, θα εγγράφομε θα εγγραφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εγγράφετε θα εγγράφεστε, θα εγγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εγγράφουν(ε) θα εγγράφονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εγγράψω θα εγγραφώ
εσύ — you θα εγγράψεις θα εγγραφείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εγγράψει θα εγγραφεί
εμείς — we θα εγγράψουμε, θα εγγράψομε θα εγγραφούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εγγράψετε θα εγγραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εγγράψουν(ε) θα εγγραφούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εγγράψει θα έχω εγγραφεί
εσύ — you θα έχεις εγγράψει θα έχεις εγγραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εγγράψει θα έχει εγγραφεί
εμείς — we θα έχουμε εγγράψει θα έχουμε εγγραφεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εγγράψει θα έχετε εγγραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εγγράψει θα έχουν εγγραφεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εγγράφω να εγγράφομαι
εσύ — you να εγγράφεις να εγγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εγγράφει να εγγράφεται
εμείς — we να εγγράφουμε, να εγγράφομε να εγγραφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εγγράφετε να εγγράφεστε, να εγγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εγγράφουν(ε) να εγγράφονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εγγράψω να εγγραφώ
εσύ — you να εγγράψεις να εγγραφείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εγγράψει να εγγραφεί
εμείς — we να εγγράψουμε, να εγγράψομε να εγγραφούμε
εσείς — you (plural / polite) να εγγράψετε να εγγραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εγγράψουν(ε) να εγγραφούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εγγράψει να έχω εγγραφεί
εσύ — you να έχεις εγγράψει να έχεις εγγραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εγγράψει να έχει εγγραφεί
εμείς — we να έχουμε εγγράψει να έχουμε εγγραφεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εγγράψει να έχετε εγγραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εγγράψει να έχουν εγγραφεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous έγγραφε εγγράφετε — —
Simple έγγραψε εγγράψτε, εγγράφτε εγγράψου εγγραφείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The commands are έγγραφε / έγγραψε; ενέγραφε / ενέγραψε are past-tense forms.
  • εγγεγραμμένος, -η, -ο describes a registered person or recorded item. Distinguish να εγγραφείς, “that you register”, from να εγγραφεί, “that he / she / it registers”.

Εγγραφείτε στο μάθημα μέχρι την Παρασκευή.

Enrol in the course by Friday.

Είμαι εγγεγραμμένη στον σύλλογο.

I am registered with the association.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εγγράφω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/engrafo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /engrafo/