εμποδίζω (empodizo) — to impede

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εμποδίζω means to hinder, block or prevent someone from doing something. εμποδίζομαι means to be hindered or prevented.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εμποδίζω εμποδίζομαι
εσύ — you εμποδίζεις εμποδίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εμποδίζει εμποδίζεται
εμείς — we εμποδίζουμε, εμποδίζομε εμποδιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εμποδίζετε εμποδίζεστε, εμποδιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εμποδίζουν(ε) εμποδίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εμπόδιζα εμποδιζόμουν(α)
εσύ — you εμπόδιζες εμποδιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εμπόδιζε εμποδιζόταν(ε)
εμείς — we εμποδίζαμε εμποδιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εμποδίζατε εμποδιζόσαστε, εμποδιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εμπόδιζαν, εμποδίζαν(ε) εμποδίζονταν, εμποδιζόντανε, εμποδιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εμπόδισα εμποδίστηκα
εσύ — you εμπόδισες εμποδίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εμπόδισε εμποδίστηκε
εμείς — we εμποδίσαμε εμποδιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εμποδίσατε εμποδιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εμπόδισαν, εμποδίσαν(ε) εμποδίστηκαν, εμποδιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εμποδίσει έχω εμποδιστεί
εσύ — you έχεις εμποδίσει έχεις εμποδιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εμποδίσει έχει εμποδιστεί
εμείς — we έχουμε εμποδίσει έχουμε εμποδιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εμποδίσει έχετε εμποδιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εμποδίσει έχουν εμποδιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εμποδίσει είχα εμποδιστεί
εσύ — you είχες εμποδίσει είχες εμποδιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εμποδίσει είχε εμποδιστεί
εμείς — we είχαμε εμποδίσει είχαμε εμποδιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εμποδίσει είχατε εμποδιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εμποδίσει είχαν εμποδιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εμποδίζω θα εμποδίζομαι
εσύ — you θα εμποδίζεις θα εμποδίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εμποδίζει θα εμποδίζεται
εμείς — we θα εμποδίζουμε, θα εμποδίζομε θα εμποδιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εμποδίζετε θα εμποδίζεστε, θα εμποδιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εμποδίζουν(ε) θα εμποδίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εμποδίσω θα εμποδιστώ
εσύ — you θα εμποδίσεις θα εμποδιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εμποδίσει θα εμποδιστεί
εμείς — we θα εμποδίσουμε, θα εμποδίσομε θα εμποδιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εμποδίσετε θα εμποδιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εμποδίσουν(ε) θα εμποδιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εμποδίσει θα έχω εμποδιστεί
εσύ — you θα έχεις εμποδίσει θα έχεις εμποδιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εμποδίσει θα έχει εμποδιστεί
εμείς — we θα έχουμε εμποδίσει θα έχουμε εμποδιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εμποδίσει θα έχετε εμποδιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εμποδίσει θα έχουν εμποδιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εμποδίζω να εμποδίζομαι
εσύ — you να εμποδίζεις να εμποδίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εμποδίζει να εμποδίζεται
εμείς — we να εμποδίζουμε, να εμποδίζομε να εμποδιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εμποδίζετε να εμποδίζεστε, να εμποδιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εμποδίζουν(ε) να εμποδίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εμποδίσω να εμποδιστώ
εσύ — you να εμποδίσεις να εμποδιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εμποδίσει να εμποδιστεί
εμείς — we να εμποδίσουμε, να εμποδίσομε να εμποδιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να εμποδίσετε να εμποδιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εμποδίσουν(ε) να εμποδιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εμποδίσει να έχω εμποδιστεί
εσύ — you να έχεις εμποδίσει να έχεις εμποδιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εμποδίσει να έχει εμποδιστεί
εμείς — we να έχουμε εμποδίσει να έχουμε εμποδιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εμποδίσει να έχετε εμποδιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εμποδίσει να έχουν εμποδιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous εμπόδιζε εμποδίζετε — —
Simple εμπόδισε εμποδίστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • A common construction is εμποδίζω κάποιον να κάνει κάτι. εμποδισμένος, -η, -ο describes an obstructed state; personal passive commands are uncommon.

Η βροχή μάς εμπόδισε να φύγουμε.

The rain prevented us from leaving.

Μην εμποδίζετε την είσοδο.

Do not block the entrance.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εμποδίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/empodizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /empodizo/