εμπνέω (empneo) — to inspire

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εμπνέω means to inspire or instil a feeling such as confidence. εμπνέομαι means to draw inspiration from something, commonly with από.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εμπνέω εμπνέομαι
εσύ — you εμπνέεις εμπνέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εμπνέει εμπνέεται
εμείς — we εμπνέουμε, εμπνέομε εμπνεόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εμπνέετε εμπνέεστε, εμπνεόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εμπνέουν(ε) εμπνέονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ενέμπνεα εμπνεόμουν(α)
εσύ — you ενέμπνεες εμπνεόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ενέμπνεε εμπνεόταν(ε)
εμείς — we εμπνέαμε εμπνεόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εμπνέατε εμπνεόσαστε, εμπνεόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ενέμπνεαν, εμπνέαν(ε) εμπνέονταν, εμπνεόντανε, εμπνεόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ενέπνευσα εμπνεύστηκα
εσύ — you ενέπνευσες εμπνεύστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ενέπνευσε εμπνεύστηκε
εμείς — we εμπνεύσαμε εμπνευστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εμπνεύσατε εμπνευστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ενέπνευσαν, εμπνεύσαν(ε) εμπνεύστηκαν, εμπνευστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εμπνεύσει έχω εμπνευστεί
εσύ — you έχεις εμπνεύσει έχεις εμπνευστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εμπνεύσει έχει εμπνευστεί
εμείς — we έχουμε εμπνεύσει έχουμε εμπνευστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εμπνεύσει έχετε εμπνευστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εμπνεύσει έχουν εμπνευστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εμπνεύσει είχα εμπνευστεί
εσύ — you είχες εμπνεύσει είχες εμπνευστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εμπνεύσει είχε εμπνευστεί
εμείς — we είχαμε εμπνεύσει είχαμε εμπνευστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εμπνεύσει είχατε εμπνευστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εμπνεύσει είχαν εμπνευστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εμπνέω θα εμπνέομαι
εσύ — you θα εμπνέεις θα εμπνέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εμπνέει θα εμπνέεται
εμείς — we θα εμπνέουμε, θα εμπνέομε θα εμπνεόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εμπνέετε θα εμπνέεστε, θα εμπνεόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εμπνέουν(ε) θα εμπνέονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εμπνεύσω θα εμπνευστώ
εσύ — you θα εμπνεύσεις θα εμπνευστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εμπνεύσει θα εμπνευστεί
εμείς — we θα εμπνεύσουμε, θα εμπνεύσομε θα εμπνευστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εμπνεύσετε θα εμπνευστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εμπνεύσουν(ε) θα εμπνευστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εμπνεύσει θα έχω εμπνευστεί
εσύ — you θα έχεις εμπνεύσει θα έχεις εμπνευστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εμπνεύσει θα έχει εμπνευστεί
εμείς — we θα έχουμε εμπνεύσει θα έχουμε εμπνευστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εμπνεύσει θα έχετε εμπνευστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εμπνεύσει θα έχουν εμπνευστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εμπνέω να εμπνέομαι
εσύ — you να εμπνέεις να εμπνέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εμπνέει να εμπνέεται
εμείς — we να εμπνέουμε, να εμπνέομε να εμπνεόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εμπνέετε να εμπνέεστε, να εμπνεόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εμπνέουν(ε) να εμπνέονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εμπνεύσω να εμπνευστώ
εσύ — you να εμπνεύσεις να εμπνευστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εμπνεύσει να εμπνευστεί
εμείς — we να εμπνεύσουμε, να εμπνεύσομε να εμπνευστούμε
εσείς — you (plural / polite) να εμπνεύσετε να εμπνευστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εμπνεύσουν(ε) να εμπνευστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εμπνεύσει να έχω εμπνευστεί
εσύ — you να έχεις εμπνεύσει να έχεις εμπνευστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εμπνεύσει να έχει εμπνευστεί
εμείς — we να έχουμε εμπνεύσει να έχουμε εμπνευστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εμπνεύσει να έχετε εμπνευστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εμπνεύσει να έχουν εμπνευστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous έμπνεε εμπνέετε — —
Simple έμπνευσε εμπνεύστε εμπνεύσου εμπνευστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The command is έμπνευσε; ενέπνευσε is a past-tense form.
  • εμπνευσμένος, -η, -ο means inspired. The middle εμπνεύσου από … means draw inspiration from ….

Η φύση εμπνέει τους καλλιτέχνες.

Nature inspires artists.

Εμπνεύσου από όσα βλέπεις γύρω σου.

Draw inspiration from what you see around you.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εμπνέω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/empneo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /empneo/