ενημερώνω (enimerono) — to inform

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ενημερώνω means to inform someone or update information. ενημερώνομαι means to be informed, find out or keep up to date.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ενημερώνω ενημερώνομαι
εσύ — you ενημερώνεις ενημερώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ενημερώνει ενημερώνεται
εμείς — we ενημερώνουμε, ενημερώνομε ενημερωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ενημερώνετε ενημερώνεστε, ενημερωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ενημερώνουν(ε) ενημερώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ενημέρωνα ενημερωνόμουν(α)
εσύ — you ενημέρωνες ενημερωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ενημέρωνε ενημερωνόταν(ε)
εμείς — we ενημερώναμε ενημερωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ενημερώνατε ενημερωνόσαστε, ενημερωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ενημέρωναν, ενημερώναν(ε) ενημερώνονταν, ενημερωνόντανε, ενημερωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ενημέρωσα ενημερώθηκα
εσύ — you ενημέρωσες ενημερώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ενημέρωσε ενημερώθηκε
εμείς — we ενημερώσαμε ενημερωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ενημερώσατε ενημερωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ενημέρωσαν, ενημερώσαν(ε) ενημερώθηκαν, ενημερωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ενημερώσει έχω ενημερωθεί
εσύ — you έχεις ενημερώσει έχεις ενημερωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ενημερώσει έχει ενημερωθεί
εμείς — we έχουμε ενημερώσει έχουμε ενημερωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ενημερώσει έχετε ενημερωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ενημερώσει έχουν ενημερωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ενημερώσει είχα ενημερωθεί
εσύ — you είχες ενημερώσει είχες ενημερωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ενημερώσει είχε ενημερωθεί
εμείς — we είχαμε ενημερώσει είχαμε ενημερωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ενημερώσει είχατε ενημερωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ενημερώσει είχαν ενημερωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ενημερώνω θα ενημερώνομαι
εσύ — you θα ενημερώνεις θα ενημερώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ενημερώνει θα ενημερώνεται
εμείς — we θα ενημερώνουμε, θα ενημερώνομε θα ενημερωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ενημερώνετε θα ενημερώνεστε, θα ενημερωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ενημερώνουν(ε) θα ενημερώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ενημερώσω θα ενημερωθώ
εσύ — you θα ενημερώσεις θα ενημερωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ενημερώσει θα ενημερωθεί
εμείς — we θα ενημερώσουμε, θα ενημερώσομε θα ενημερωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ενημερώσετε θα ενημερωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ενημερώσουν θα ενημερωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ενημερώσει θα έχω ενημερωθεί
εσύ — you θα έχεις ενημερώσει θα έχεις ενημερωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ενημερώσει θα έχει ενημερωθεί
εμείς — we θα έχουμε ενημερώσει θα έχουμε ενημερωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ενημερώσει θα έχετε ενημερωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ενημερώσει θα έχουν ενημερωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ενημερώνω να ενημερώνομαι
εσύ — you να ενημερώνεις να ενημερώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ενημερώνει να ενημερώνεται
εμείς — we να ενημερώνουμε, να ενημερώνομε να ενημερωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ενημερώνετε να ενημερώνεστε, να ενημερωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ενημερώνουν(ε) να ενημερώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ενημερώσω να ενημερωθώ
εσύ — you να ενημερώσεις να ενημερωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ενημερώσει να ενημερωθεί
εμείς — we να ενημερώσουμε, να ενημερώσομε να ενημερωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ενημερώσετε να ενημερωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ενημερώσουν(ε) να ενημερωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ενημερώσει να έχω ενημερωθεί
εσύ — you να έχεις ενημερώσει να έχεις ενημερωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ενημερώσει να έχει ενημερωθεί
εμείς — we να έχουμε ενημερώσει να έχουμε ενημερωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ενημερώσει να έχετε ενημερωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ενημερώσει να έχουν ενημερωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ενημέρωνε ενημερώνετε — ενημερώνεστε
Simple ενημέρωσε ενημερώστε ενημερώσου ενημερωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • ενημερωμένος, -η, -ο describes someone informed or something up to date. The middle command ενημερώσου can mean find out or inform yourself.

Ενημέρωσέ με για την αλλαγή.

Let me know about the change.

Ενημερώστε τα στοιχεία σας.

Update your details.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ενημερώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/enimerono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /enimerono/