εννοώ (enoo) — to mean

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εννοώ means to mean, intend or have something in mind. It can also mean to understand. εννοείται commonly means “of course / it goes without saying” or that something is implied.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εννοώ εννοούμαι
εσύ — you εννοείς εννοείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εννοεί εννοείται
εμείς — we εννοούμε εννοούμαστε
εσείς — you (plural / polite) εννοείτε εννοείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εννοούν(ε) εννοούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εννοούσα εννοούμουν
εσύ — you εννοούσες εννοούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εννοούσε εννοούνταν, εννοείτο
εμείς — we εννοούσαμε εννοούμασταν
εσείς — you (plural / polite) εννοούσατε εννοούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εννοούσαν(ε) εννοούνταν, εννοούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εννόησα εννοήθηκα
εσύ — you εννόησες εννοήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εννόησε εννοήθηκε
εμείς — we εννοήσαμε εννοηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εννοήσατε εννοηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εννόησαν, εννοήσαν(ε) εννοήθηκαν, εννοηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εννοήσει έχω εννοηθεί
εσύ — you έχεις εννοήσει έχεις εννοηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εννοήσει έχει εννοηθεί
εμείς — we έχουμε εννοήσει έχουμε εννοηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εννοήσει έχετε εννοηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εννοήσει έχουν εννοηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εννοήσει είχα εννοηθεί
εσύ — you είχες εννοήσει είχες εννοηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εννοήσει είχε εννοηθεί
εμείς — we είχαμε εννοήσει είχαμε εννοηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εννοήσει είχατε εννοηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εννοήσει είχαν εννοηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εννοώ θα εννοούμαι
εσύ — you θα εννοείς θα εννοείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εννοεί θα εννοείται
εμείς — we θα εννοούμε θα εννοούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εννοείτε θα εννοείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εννοούν(ε) θα εννοούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εννοήσω θα εννοηθώ
εσύ — you θα εννοήσεις θα εννοηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εννοήσει θα εννοηθεί
εμείς — we θα εννοήσουμε θα εννοηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εννοήσετε θα εννοηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εννοήσουν(ε) θα εννοηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εννοήσει θα έχω εννοηθεί
εσύ — you θα έχεις εννοήσει θα έχεις εννοηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εννοήσει θα έχει εννοηθεί
εμείς — we θα έχουμε εννοήσει θα έχουμε εννοηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εννοήσει θα έχετε εννοηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εννοήσει θα έχουν εννοηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εννοώ να εννοούμαι
εσύ — you να εννοείς να εννοείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εννοεί να εννοείται
εμείς — we να εννοούμε να εννοούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εννοείτε να εννοείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εννοούν(ε) να εννοούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εννοήσω να εννοηθώ
εσύ — you να εννοήσεις να εννοηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εννοήσει να εννοηθεί
εμείς — we να εννοήσουμε, να εννοήσομε να εννοηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εννοήσετε να εννοηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εννοήσουν(ε) να εννοηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εννοήσει να έχω εννοηθεί
εσύ — you να έχεις εννοήσει να έχεις εννοηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εννοήσει να έχει εννοηθεί
εμείς — we να έχουμε εννοήσει να έχουμε εννοηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εννοήσει να έχετε εννοηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εννοήσει να έχουν εννοηθεί

Imperative · Προστακτική

These commands chiefly use the understand sense and are uncommon. For ongoing action, να εννοείς / να εννοείτε can be used.

Simple: εννόησε (εσύ); εννοήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Do not confuse εννοείτε, “you mean”, with εννοείται, “it is understood / of course”.
  • Personal passive forms such as εννοούμαι are uncommon; the third-person εννοείται / εννοούνται is much more useful.
  • εννοούμενος, -η, -ο means intended or implied.

Τι εννοείς;

What do you mean?

Εννοείται ότι θα έρθω.

Of course I will come.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εννοώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/enoo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /enoo/