Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ενοχλώ means to bother, disturb or annoy. ενοχλούμαι means to be bothered or annoyed.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ενοχλώ | ενοχλούμαι |
| εσύ — you | ενοχλείς | ενοχλείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ενοχλεί | ενοχλείται |
| εμείς — we | ενοχλούμε | ενοχλούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ενοχλείτε | ενοχλείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ενοχλούν(ε) | ενοχλούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ενοχλούσα | ενοχλούμουν |
| εσύ — you | ενοχλούσες | ενοχλούσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ενοχλούσε | ενοχλούνταν, ενοχλείτο |
| εμείς — we | ενοχλούσαμε | ενοχλούμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ενοχλούσατε | ενοχλούσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ενοχλούσαν(ε) | ενοχλούνταν, ενοχλούντο |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ενόχλησα | ενοχλήθηκα |
| εσύ — you | ενόχλησες | ενοχλήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ενόχλησε | ενοχλήθηκε |
| εμείς — we | ενοχλήσαμε | ενοχληθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ενοχλήσατε | ενοχληθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ενόχλησαν, ενοχλήσαν(ε) | ενοχλήθηκαν, ενοχληθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω ενοχλήσει | έχω ενοχληθεί |
| εσύ — you | έχεις ενοχλήσει | έχεις ενοχληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ενοχλήσει | έχει ενοχληθεί |
| εμείς — we | έχουμε ενοχλήσει | έχουμε ενοχληθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ενοχλήσει | έχετε ενοχληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ενοχλήσει | έχουν ενοχληθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα ενοχλήσει | είχα ενοχληθεί |
| εσύ — you | είχες ενοχλήσει | είχες ενοχληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ενοχλήσει | είχε ενοχληθεί |
| εμείς — we | είχαμε ενοχλήσει | είχαμε ενοχληθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ενοχλήσει | είχατε ενοχληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ενοχλήσει | είχαν ενοχληθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ενοχλώ | θα ενοχλούμαι |
| εσύ — you | θα ενοχλείς | θα ενοχλείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ενοχλεί | θα ενοχλείται |
| εμείς — we | θα ενοχλούμε | θα ενοχλούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ενοχλείτε | θα ενοχλείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ενοχλούν(ε) | θα ενοχλούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ενοχλήσω | θα ενοχληθώ |
| εσύ — you | θα ενοχλήσεις | θα ενοχληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ενοχλήσει | θα ενοχληθεί |
| εμείς — we | θα ενοχλήσουμε | θα ενοχληθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ενοχλήσετε | θα ενοχληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ενοχλήσουν(ε) | θα ενοχληθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ενοχλήσει | θα έχω ενοχληθεί |
| εσύ — you | θα έχεις ενοχλήσει | θα έχεις ενοχληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ενοχλήσει | θα έχει ενοχληθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ενοχλήσει | θα έχουμε ενοχληθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ενοχλήσει | θα έχετε ενοχληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ενοχλήσει | θα έχουν ενοχληθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ενοχλώ | να ενοχλούμαι |
| εσύ — you | να ενοχλείς | να ενοχλείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ενοχλεί | να ενοχλείται |
| εμείς — we | να ενοχλούμε | να ενοχλούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ενοχλείτε | να ενοχλείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ενοχλούν(ε) | να ενοχλούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ενοχλήσω | να ενοχληθώ |
| εσύ — you | να ενοχλήσεις | να ενοχληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ενοχλήσει | να ενοχληθεί |
| εμείς — we | να ενοχλήσουμε, να ενοχλήσομε | να ενοχληθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ενοχλήσετε | να ενοχληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ενοχλήσουν(ε) | να ενοχληθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω ενοχλήσει | να έχω ενοχληθεί |
| εσύ — you | να έχεις ενοχλήσει | να έχεις ενοχληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ενοχλήσει | να έχει ενοχληθεί |
| εμείς — we | να έχουμε ενοχλήσει | να έχουμε ενοχληθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ενοχλήσει | να έχετε ενοχληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ενοχλήσει | να έχουν ενοχληθεί |
Imperative · Προστακτική
For ongoing action, να ενοχλείς / να ενοχλείτε can be used. A common negative request is μην ενοχλείτε, “do not disturb”.
Simple: ενόχλησε (εσύ); ενοχλήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- ενοχλημένος, -η, -ο describes an annoyed or bothered state. Positive passive commands are uncommon.
Συγγνώμη που σας ενοχλώ.
Sorry to bother you.
Ενοχλήθηκε από τον θόρυβο.
She was bothered by the noise.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ενοχλώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/enoxlo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/enoxlo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.