Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
διαφωνώ means “to disagree.” Use με with the person, opinion or proposal you disagree with, and για / ως προς to introduce the subject of the disagreement.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | διαφωνώ |
| εσύ — you | διαφωνείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | διαφωνεί |
| εμείς — we | διαφωνούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | διαφωνείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | διαφωνούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | διαφωνούσα |
| εσύ — you | διαφωνούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | διαφωνούσε |
| εμείς — we | διαφωνούσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | διαφωνούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | διαφωνούσαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | διαφώνησα |
| εσύ — you | διαφώνησες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | διαφώνησε |
| εμείς — we | διαφωνήσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | διαφωνήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | διαφώνησαν, διαφωνήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω διαφωνήσει |
| εσύ — you | έχεις διαφωνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει διαφωνήσει |
| εμείς — we | έχουμε διαφωνήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε διαφωνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν διαφωνήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα διαφωνήσει |
| εσύ — you | είχες διαφωνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε διαφωνήσει |
| εμείς — we | είχαμε διαφωνήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε διαφωνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν διαφωνήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα διαφωνώ |
| εσύ — you | θα διαφωνείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα διαφωνεί |
| εμείς — we | θα διαφωνούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα διαφωνείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα διαφωνούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα διαφωνήσω |
| εσύ — you | θα διαφωνήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα διαφωνήσει |
| εμείς — we | θα διαφωνήσουμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα διαφωνήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα διαφωνήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω διαφωνήσει |
| εσύ — you | θα έχεις διαφωνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει διαφωνήσει |
| εμείς — we | θα έχουμε διαφωνήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε διαφωνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν διαφωνήσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να διαφωνώ |
| εσύ — you | να διαφωνείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να διαφωνεί |
| εμείς — we | να διαφωνούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να διαφωνείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να διαφωνούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να διαφωνήσω |
| εσύ — you | να διαφωνήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να διαφωνήσει |
| εμείς — we | να διαφωνήσουμε, να διαφωνήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να διαφωνήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να διαφωνήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω διαφωνήσει |
| εσύ — you | να έχεις διαφωνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει διαφωνήσει |
| εμείς — we | να έχουμε διαφωνήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε διαφωνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν διαφωνήσει |
Imperative · Προστακτική
For a repeated or continuing stance, use να διαφωνείς (εσύ) or διαφωνείτε (εσείς).
Simple: διαφώνησε (εσύ); διαφωνήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Present participle: διαφωνώντας. The formal participle διαφωνών, διαφωνούσα, διαφωνούν describes someone or something disagreeing, and appears in expressions such as οι διαφωνούντες.
- This is an active-form intransitive verb. It does not have an ordinary passive conjugation.
Διαφωνώ με την πρότασή σου.
I disagree with your proposal.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διαφωνώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diafono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/diafono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →