Modern Greek verb conjugation
ανησυχώ · to worry; to be concerned
Ανησυχώ για το παιδί. — I am worried about the child.
Construction: ανησυχώ για κάποιον/κάτι expresses concern about someone/something. The same active verb can mean to cause concern: Η καθυστέρηση με ανησύχησε — The delay worried me.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | ανησυχώ |
| εσύ · you | ανησυχείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανησυχεί |
| εμείς · we | ανησυχούμε |
| εσείς · you | ανησυχείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανησυχούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | ανησυχούσα |
| εσύ · you | ανησυχούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανησυχούσε |
| εμείς · we | ανησυχούσαμε |
| εσείς · you | ανησυχούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανησυχούσαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | ανησύχησα |
| εσύ · you | ανησύχησες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανησύχησε |
| εμείς · we | ανησυχήσαμε |
| εσείς · you | ανησυχήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανησύχησαν, ανησυχήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | έχω ανησυχήσει |
| εσύ · you | έχεις ανησυχήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει ανησυχήσει |
| εμείς · we | έχουμε ανησυχήσει |
| εσείς · you | έχετε ανησυχήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν ανησυχήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | είχα ανησυχήσει |
| εσύ · you | είχες ανησυχήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε ανησυχήσει |
| εμείς · we | είχαμε ανησυχήσει |
| εσείς · you | είχατε ανησυχήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν ανησυχήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα ανησυχώ |
| εσύ · you | θα ανησυχείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανησυχεί |
| εμείς · we | θα ανησυχούμε |
| εσείς · you | θα ανησυχείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανησυχούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα ανησυχήσω |
| εσύ · you | θα ανησυχήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανησυχήσει |
| εμείς · we | θα ανησυχήσουμε |
| εσείς · you | θα ανησυχήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανησυχήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα έχω ανησυχήσει |
| εσύ · you | θα έχεις ανησυχήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει ανησυχήσει |
| εμείς · we | θα έχουμε ανησυχήσει |
| εσείς · you | θα έχετε ανησυχήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν ανησυχήσει |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να ανησυχώ |
| εσύ · you | να ανησυχείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανησυχεί |
| εμείς · we | να ανησυχούμε |
| εσείς · you | να ανησυχείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανησυχούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να ανησυχήσω |
| εσύ · you | να ανησυχήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανησυχήσει |
| εμείς · we | να ανησυχήσουμε, να ανησυχήσομε |
| εσείς · you | να ανησυχήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανησυχήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να έχω ανησυχήσει |
| εσύ · you | να έχεις ανησυχήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει ανησυχήσει |
| εμείς · we | να έχουμε ανησυχήσει |
| εσείς · you | να έχετε ανησυχήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν ανησυχήσει |
Imperative · Προστακτική
Simple: ανησύχησε / ανησυχήστε; positive commands are uncommon.
Μην ανησυχείς. — Do not worry. Μην ανησυχείτε. — Do not worry (plural/polite).
Ανησυχήσετε follows να/θα; it is not the affirmative plural imperative.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: ανησυχώντας.
Perfect participial construction: έχοντας ανησυχήσει.
Invariant compound-tense form: ανησυχήσει; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anisixo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.