Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ατυχώ — to be unlucky; to have bad luck
It may also describe failing through misfortune. It is not the ordinary way to say “have an accident”.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ατυχώ |
| εσύ — you | ατυχείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ατυχεί |
| εμείς — we | ατυχούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ατυχείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ατυχούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ατυχούσα |
| εσύ — you | ατυχούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ατυχούσε |
| εμείς — we | ατυχούσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ατυχούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ατυχούσαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ατύχησα |
| εσύ — you | ατύχησες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ατύχησε |
| εμείς — we | ατυχήσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ατυχήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ατύχησαν / ατυχήσανε |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω ατυχήσει |
| εσύ — you | έχεις ατυχήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ατυχήσει |
| εμείς — we | έχουμε ατυχήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ατυχήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ατυχήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα ατυχήσει |
| εσύ — you | είχες ατυχήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ατυχήσει |
| εμείς — we | είχαμε ατυχήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ατυχήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ατυχήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ατυχώ |
| εσύ — you | θα ατυχείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ατυχεί |
| εμείς — we | θα ατυχούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ατυχείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ατυχούνε |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ατυχήσω |
| εσύ — you | θα ατυχήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ατυχήσει |
| εμείς — we | θα ατυχήσουμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ατυχήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ατυχήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ατυχήσει |
| εσύ — you | θα έχεις ατυχήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ατυχήσει |
| εμείς — we | θα έχουμε ατυχήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ατυχήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ατυχήσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ατυχώ |
| εσύ — you | να ατυχείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ατυχεί |
| εμείς — we | να ατυχούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ατυχείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ατυχούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ατυχήσω |
| εσύ — you | να ατυχήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ατυχήσει |
| εμείς — we | να ατυχήσουμε / να ατυχήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ατυχήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ατυχήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω ατυχήσει |
| εσύ — you | να έχεις ατυχήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ατυχήσει |
| εμείς — we | να έχουμε ατυχήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ατυχήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ατυχήσει |
Imperative · Προστακτική
Commands to be unlucky are uncommon; a να-construction or negative expression is more natural.
Simple: ατύχησε (εσύ); ατυχήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Past: ατύχησα. Correct third-person plural: ατύχησαν, not άτυχησαν.
- Perfective dependent form: ατυχήσει; perfect: έχω ατυχήσει.
- ατυχώντας — having bad luck; έχοντας ατυχήσει — having been unlucky.
- Direct plural imperative: ατυχήστε. Ατυχήσετε requires θα, να or μην.
- For a road accident, use a phrase such as είχα ατύχημα, according to the intended meaning.
Ατύχησε στην πρώτη του προσπάθεια.
He had bad luck on his first attempt.
Αν ατυχήσουμε, θα προσπαθήσουμε ξανά.
If we are unlucky, we will try again.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ατυχώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/atixo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/atixo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →