αστράφτω (astrafto) — to flash, shine, sparkle

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

αστράφτω — to flash; to shine; to sparkle

For lightning, the verb is normally impersonal: αστράφτει. Other subjects can shine literally or figuratively.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I αστράφτω
εσύ — you αστράφτεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αστράφτει
εμείς — we αστράφτουμε, αστράφτομε
εσείς — you (plural / polite) αστράφτετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αστράφτουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I άστραφτα
εσύ — you άστραφτες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it άστραφτε
εμείς — we αστράφταμε
εσείς — you (plural / polite) αστράφτατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they άστραφταν, αστράφταν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I άστραψα
εσύ — you άστραψες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it άστραψε
εμείς — we αστράψαμε
εσείς — you (plural / polite) αστράψατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they άστραψαν, αστράψαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω αστράψει
εσύ — you έχεις αστράψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει αστράψει
εμείς — we έχουμε αστράψει
εσείς — you (plural / polite) έχετε αστράψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν αστράψει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα αστράψει
εσύ — you είχες αστράψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε αστράψει
εμείς — we είχαμε αστράψει
εσείς — you (plural / polite) είχατε αστράψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν αστράψει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα αστράφτω
εσύ — you θα αστράφτεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αστράφτει
εμείς — we θα αστράφτουμε, θα αστράφτομε
εσείς — you (plural / polite) θα αστράφτετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αστράφτουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα αστράψω
εσύ — you θα αστράψεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αστράψει
εμείς — we θα αστράψουμε, θα αστράψομε
εσείς — you (plural / polite) θα αστράψετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αστράψουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω αστράψει
εσύ — you θα έχεις αστράψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει αστράψει
εμείς — we θα έχουμε αστράψει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε αστράψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν αστράψει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να αστράφτω
εσύ — you να αστράφτεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αστράφτει
εμείς — we να αστράφτουμε, να αστράφτομε
εσείς — you (plural / polite) να αστράφτετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αστράφτουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να αστράψω
εσύ — you να αστράψεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αστράψει
εμείς — we να αστράψουμε, να αστράψομε
εσείς — you (plural / polite) να αστράψετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αστράψουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω αστράψει
εσύ — you να έχεις αστράψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει αστράψει
εμείς — we να έχουμε αστράψει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε αστράψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν αστράψει

Imperative · Προστακτική

Continuous: άστραφτε / αστράφτετε. Commands are mainly figurative, as in asking someone to shine.

Simple: άστραψε (εσύ); αστράψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Past: άστραψα; perfect: έχω αστράψει.
  • Imperative stress: άστραψε, not αστράψε. Direct plural: αστράψτε; αστράψετε requires θα, να or μην.
  • αστράφτοντας — shining / flashing; έχοντας αστράψει — having flashed.
  • The weather use αστράφτει has no personal subject meaning “I”.

Άστραψε και μετά ακούστηκε βροντή.

Lightning flashed, then thunder was heard.

Τα μάτια της άστραφταν από χαρά.

Her eyes were sparkling with joy.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αστράφτω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/astrafto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /astrafto/