Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

διαφημίζω — to advertise

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διαφημίζω means “to advertise” or “to promote.” Passive διαφημίζομαι means “to be advertised,” and may also describe promoting oneself or one’s business.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διαφημίζω διαφημίζομαι
εσύ — you διαφημίζεις διαφημίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαφημίζει διαφημίζεται
εμείς — we διαφημίζουμε, διαφημίζομε διαφημιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διαφημίζετε διαφημίζεστε, διαφημιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαφημίζουν(ε) διαφημίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διαφήμιζα διαφημιζόμουν(α)
εσύ — you διαφήμιζες διαφημιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαφήμιζε διαφημιζόταν(ε)
εμείς — we διαφημίζαμε διαφημιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διαφημίζατε διαφημιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαφήμιζαν, διαφημίζαν(ε) διαφημίζονταν, διαφημιζόντανε, διαφημιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διαφήμισα διαφημίστηκα
εσύ — you διαφήμισες διαφημίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαφήμισε διαφημίστηκε
εμείς — we διαφημίσαμε διαφημιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διαφημίσατε διαφημιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαφήμισαν, διαφημίσαν(ε) διαφημίστηκαν, διαφημιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διαφημίσει έχω διαφημιστεί
εσύ — you έχεις διαφημίσει έχεις διαφημιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διαφημίσει έχει διαφημιστεί
εμείς — we έχουμε διαφημίσει έχουμε διαφημιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διαφημίσει έχετε διαφημιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διαφημίσει έχουν διαφημιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διαφημίσει είχα διαφημιστεί
εσύ — you είχες διαφημίσει είχες διαφημιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διαφημίσει είχε διαφημιστεί
εμείς — we είχαμε διαφημίσει είχαμε διαφημιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διαφημίσει είχατε διαφημιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διαφημίσει είχαν διαφημιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διαφημίζω θα διαφημίζομαι
εσύ — you θα διαφημίζεις θα διαφημίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαφημίζει θα διαφημίζεται
εμείς — we θα διαφημίζουμε, θα διαφημίζομε θα διαφημιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διαφημίζετε θα διαφημίζεστε, θα διαφημιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαφημίζουν(ε) θα διαφημίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διαφημίσω θα διαφημιστώ
εσύ — you θα διαφημίσεις θα διαφημιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαφημίσει θα διαφημιστεί
εμείς — we θα διαφημίσουμε, θα διαφημίσομε θα διαφημιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διαφημίσετε θα διαφημιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαφημίσουν(ε) θα διαφημιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διαφημίσει θα έχω διαφημιστεί
εσύ — you θα έχεις διαφημίσει θα έχεις διαφημιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διαφημίσει θα έχει διαφημιστεί
εμείς — we θα έχουμε διαφημίσει θα έχουμε διαφημιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διαφημίσει θα έχετε διαφημιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διαφημίσει θα έχουν διαφημιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διαφημίζω να διαφημίζομαι
εσύ — you να διαφημίζεις να διαφημίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαφημίζει να διαφημίζεται
εμείς — we να διαφημίζουμε, να διαφημίζομε να διαφημιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διαφημίζετε να διαφημίζεστε, να διαφημιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαφημίζουν(ε) να διαφημίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διαφημίσω να διαφημιστώ
εσύ — you να διαφημίσεις να διαφημιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαφημίσει να διαφημιστεί
εμείς — we να διαφημίσουμε, να διαφημίσομε να διαφημιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να διαφημίσετε να διαφημιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαφημίσουν(ε) να διαφημιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διαφημίσει να έχω διαφημιστεί
εσύ — you να έχεις διαφημίσει να έχεις διαφημιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διαφημίσει να έχει διαφημιστεί
εμείς — we να έχουμε διαφημίσει να έχουμε διαφημιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διαφημίσει να έχετε διαφημιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διαφημίσει να έχουν διαφημιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous διαφήμιζε διαφημίζετε — διαφημίζεστε
Simple διαφήμισε διαφημίστε διαφημίσου διαφημιστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present participle: διαφημίζοντας. Passive present participle: διαφημιζόμενος, διαφημιζόμενη, διαφημιζόμενο. Result participle: διαφημισμένος, διαφημισμένη, διαφημισμένο.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η εταιρεία διαφημίζει τα προϊόντα της στο διαδίκτυο.

The company advertises its products online.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διαφημίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diafimizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /diafimizo/