Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

διαβλέπω — to discern, foresee

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διαβλέπω means “to discern” or “to foresee” something from indications, often before it becomes obvious. It is used with an object, such as κινδύνους or ευκαιρίες, and has no ordinary passive paradigm.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I διαβλέπω
εσύ — you διαβλέπεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαβλέπει
εμείς — we διαβλέπουμε, διαβλέπομε
εσείς — you (plural / polite) διαβλέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαβλέπουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I διέβλεπα
εσύ — you διέβλεπες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διέβλεπε
εμείς — we διαβλέπαμε
εσείς — you (plural / polite) διαβλέπατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διέβλεπαν, διαβλέπανε

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I διέβλεψα, διείδα
εσύ — you διέβλεψες, διείδες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διέβλεψε, διείδε
εμείς — we διαβλέψαμε, διείδαμε
εσείς — you (plural / polite) διαβλέψατε, διείδατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διέβλεψαν, διαβλέψαν(ε), διείδαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω διαβλέψει
εσύ — you έχεις διαβλέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διαβλέψει
εμείς — we έχουμε διαβλέψει
εσείς — you (plural / polite) έχετε διαβλέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διαβλέψει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα διαβλέψει
εσύ — you είχες διαβλέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διαβλέψει
εμείς — we είχαμε διαβλέψει
εσείς — you (plural / polite) είχατε διαβλέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διαβλέψει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα διαβλέπω
εσύ — you θα διαβλέπεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαβλέπει
εμείς — we θα διαβλέπουμε, θα διαβλέπομε
εσείς — you (plural / polite) θα διαβλέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαβλέπουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα διαβλέψω
εσύ — you θα διαβλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαβλέψει
εμείς — we θα διαβλέψουμε, θα διαβλέψομε
εσείς — you (plural / polite) θα διαβλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαβλέψουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω διαβλέψει
εσύ — you θα έχεις διαβλέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διαβλέψει
εμείς — we θα έχουμε διαβλέψει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διαβλέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διαβλέψει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να διαβλέπω
εσύ — you να διαβλέπεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαβλέπει
εμείς — we να διαβλέπουμε, να διαβλέπομε
εσείς — you (plural / polite) να διαβλέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαβλέπουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να διαβλέψω
εσύ — you να διαβλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαβλέψει
εμείς — we να διαβλέψουμε, να διαβλέψομε
εσείς — you (plural / polite) να διαβλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαβλέψουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω διαβλέψει
εσύ — you να έχεις διαβλέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διαβλέψει
εμείς — we να έχουμε διαβλέψει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διαβλέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διαβλέψει

Imperative · Προστακτική

Continuous: διάβλεπε (εσύ); διαβλέπετε (εσείς). Direct commands are uncommon; a suitable να-construction is often more natural.

Simple: διάβλεψε (εσύ); διαβλέψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The aorist has both διέβλεψα and the learned alternative διείδα. The ordinary perfective non-past series shown here is διαβλέψω; the perfect uses έχω διαβλέψει.
  • Present participle: διαβλέποντας.

Διαβλέπω μια ευκαιρία για συνεργασία.

I can see an opportunity for cooperation.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διαβλέπω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diablepo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /diablepo/