Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
συγγράφω means to author or compose a book or other substantial written work, in formal usage.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | συγγράφω | συγγράφομαι |
| εσύ — you | συγγράφεις | συγγράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συγγράφει | συγγράφεται |
| εμείς — we | συγγράφουμε, συγγράφομε | συγγραφόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | συγγράφετε | συγγράφεστε, συγγραφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συγγράφουν(ε) | συγγράφονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | συνέγραφα | συγγραφόμουν(α) |
| εσύ — you | συνέγραφες | συγγραφόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συνέγραφε | συγγραφόταν(ε) |
| εμείς — we | συγγράφαμε | συγγραφόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | συγγράφατε | συγγραφόσαστε, συγγραφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συνέγραφαν, συγγράφαν(ε) | συγγράφονταν, συγγραφόντανε, συγγραφόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | συνέγραψα | συγγράφηκα |
| εσύ — you | συνέγραψες | συγγράφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συνέγραψε | συγγράφηκε |
| εμείς — we | συγγράψαμε | συγγραφήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | συγγράψατε | συγγραφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συνέγραψαν, συγγράψαν(ε) | συγγράφηκαν, συγγραφήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω συγγράψει | έχω συγγραφεί |
| εσύ — you | έχεις συγγράψει | έχεις συγγραφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει συγγράψει | έχει συγγραφεί |
| εμείς — we | έχουμε συγγράψει | έχουμε συγγραφεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε συγγράψει | έχετε συγγραφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν συγγράψει | έχουν συγγραφεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα συγγράψει | είχα συγγραφεί |
| εσύ — you | είχες συγγράψει | είχες συγγραφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε συγγράψει | είχε συγγραφεί |
| εμείς — we | είχαμε συγγράψει | είχαμε συγγραφεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε συγγράψει | είχατε συγγραφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν συγγράψει | είχαν συγγραφεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα συγγράφω | θα συγγράφομαι |
| εσύ — you | θα συγγράφεις | θα συγγράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα συγγράφει | θα συγγράφεται |
| εμείς — we | θα συγγράφουμε, θα συγγράφομε | θα συγγραφόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα συγγράφετε | θα συγγράφεστε, θα συγγραφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα συγγράφουν(ε) | θα συγγράφονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα συγγράψω | θα συγγραφώ |
| εσύ — you | θα συγγράψεις | θα συγγραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα συγγράψει | θα συγγραφεί |
| εμείς — we | θα συγγράψουμε, θα συγγράψομε | θα συγγραφούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα συγγράψετε | θα συγγραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα συγγράψουν(ε) | θα συγγραφούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω συγγράψει | θα έχω συγγραφεί |
| εσύ — you | θα έχεις συγγράψει | θα έχεις συγγραφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει συγγράψει | θα έχει συγγραφεί |
| εμείς — we | θα έχουμε συγγράψει | θα έχουμε συγγραφεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε συγγράψει | θα έχετε συγγραφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν συγγράψει | θα έχουν συγγραφεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να συγγράφω | να συγγράφομαι |
| εσύ — you | να συγγράφεις | να συγγράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να συγγράφει | να συγγράφεται |
| εμείς — we | να συγγράφουμε, να συγγράφομε | να συγγραφόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να συγγράφετε | να συγγράφεστε, να συγγραφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να συγγράφουν(ε) | να συγγράφονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να συγγράψω | να συγγραφώ |
| εσύ — you | να συγγράψεις | να συγγραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να συγγράψει | να συγγραφεί |
| εμείς — we | να συγγράψουμε, να συγγράψομε | να συγγραφούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να συγγράψετε | να συγγραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να συγγράψουν(ε) | να συγγραφούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω συγγράψει | να έχω συγγραφεί |
| εσύ — you | να έχεις συγγράψει | να έχεις συγγραφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει συγγράψει | να έχει συγγραφεί |
| εμείς — we | να έχουμε συγγράψει | να έχουμε συγγραφεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε συγγράψει | να έχετε συγγραφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν συγγράψει | να έχουν συγγραφεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: σύγγραφε / συγγράφετε.
Simple: σύγγραψε (εσύ); συγγράψτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The aorist is συνέγραψα; the command has no internal augment, σύγγραψε. Everyday γράφω has a broader meaning.
- συγγεγραμμένος is a learned participle.
Συνέγραψε ένα βιβλίο ιστορίας.
He/she authored a history book.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συγγράφω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/singrafo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/singrafo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →