Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

δένω — to tie

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δένω means “to tie,” “to bind” or “to fasten.” The passive δένομαι can mean “to be tied” or “to become attached,” depending on context.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δένω δένομαι
εσύ — you δένεις δένεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δένει δένεται
εμείς — we δένουμε, δένομε δενόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δένετε δένεστε, δενόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δένουν(ε) δένονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έδενα δενόμουν(α)
εσύ — you έδενες δενόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έδενε δενόταν(ε)
εμείς — we δέναμε δενόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δένατε δενόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έδεναν, δέναν(ε) δένονταν, δενόντανε, δενόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έδεσα δέθηκα
εσύ — you έδεσες δέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έδεσε δέθηκε
εμείς — we δέσαμε δεθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δέσατε δεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έδεσαν, δέσαν(ε) δέθηκαν, δεθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δέσει έχω δεθεί
εσύ — you έχεις δέσει έχεις δεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δέσει έχει δεθεί
εμείς — we έχουμε δέσει έχουμε δεθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δέσει έχετε δεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δέσει έχουν δεθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δέσει είχα δεθεί
εσύ — you είχες δέσει είχες δεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δέσει είχε δεθεί
εμείς — we είχαμε δέσει είχαμε δεθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δέσει είχατε δεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δέσει είχαν δεθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δένω θα δένομαι
εσύ — you θα δένεις θα δένεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δένει θα δένεται
εμείς — we θα δένουμε, θα δένομε θα δενόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δένετε θα δένεστε, θα δενόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δένουν(ε) θα δένονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δέσω θα δεθώ
εσύ — you θα δέσεις θα δεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δέσει θα δεθεί
εμείς — we θα δέσουμε, θα δέσομε θα δεθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δέσετε θα δεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δέσουν(ε) θα δεθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δέσει θα έχω δεθεί
εσύ — you θα έχεις δέσει θα έχεις δεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δέσει θα έχει δεθεί
εμείς — we θα έχουμε δέσει θα έχουμε δεθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δέσει θα έχετε δεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δέσει θα έχουν δεθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δένω να δένομαι
εσύ — you να δένεις να δένεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δένει να δένεται
εμείς — we να δένουμε, να δένομε να δενόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δένετε να δένεστε, να δενόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δένουν(ε) να δένονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δέσω να δεθώ
εσύ — you να δέσεις να δεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δέσει να δεθεί
εμείς — we να δέσουμε, να δέσομε να δεθούμε
εσείς — you (plural / polite) να δέσετε να δεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δέσουν(ε) να δεθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δέσει να έχω δεθεί
εσύ — you να έχεις δέσει να έχεις δεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δέσει να έχει δεθεί
εμείς — we να έχουμε δέσει να έχουμε δεθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δέσει να έχετε δεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δέσει να έχουν δεθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous δένε δένετε — δένεστε
Simple δέσε δέστε δέσου δεθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present participle: δένοντας. Result participle: δεμένος, δεμένη, δεμένο.
  • The learned element -δέω occurs in compounds such as συνδέω. It is not a free alternative to every form of the everyday verb δένω.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Δέσε καλά τα κορδόνια σου.

Tie your shoelaces securely.

Έχω δεθεί με αυτόν τον τόπο.

I have become attached to this place.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δένω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/deno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /deno/