Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

δέρνω — to beat

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δέρνω means “to beat” or “to thrash.” Its irregular aorist is έδειρα; the passive aorist is δάρθηκα. Figurative expressions also occur.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δέρνω δέρνομαι
εσύ — you δέρνεις δέρνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δέρνει δέρνεται
εμείς — we δέρνουμε, δέρνομε δερνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δέρνετε δέρνεστε, δερνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δέρνουν(ε) δέρνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έδερνα δερνόμουν(α)
εσύ — you έδερνες δερνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έδερνε δερνόταν(ε)
εμείς — we δέρναμε δερνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δέρνατε δερνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έδερναν, δέρναν(ε) δέρνονταν, δερνόντανε, δερνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έδειρα δάρθηκα
εσύ — you έδειρες δάρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έδειρε δάρθηκε
εμείς — we δείραμε δαρθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δείρατε δαρθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έδειραν, δείραν(ε) δάρθηκαν, δαρθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δείρει έχω δαρθεί
εσύ — you έχεις δείρει έχεις δαρθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δείρει έχει δαρθεί
εμείς — we έχουμε δείρει έχουμε δαρθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δείρει έχετε δαρθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δείρει έχουν δαρθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δείρει είχα δαρθεί
εσύ — you είχες δείρει είχες δαρθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δείρει είχε δαρθεί
εμείς — we είχαμε δείρει είχαμε δαρθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δείρει είχατε δαρθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δείρει είχαν δαρθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δέρνω θα δέρνομαι
εσύ — you θα δέρνεις θα δέρνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δέρνει θα δέρνεται
εμείς — we θα δέρνουμε, θα δέρνομε θα δερνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δέρνετε θα δέρνεστε, θα δερνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δέρνουν(ε) θα δέρνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δείρω θα δαρθώ
εσύ — you θα δείρεις θα δαρθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δείρει θα δαρθεί
εμείς — we θα δείρουμε, θα δείρομε θα δαρθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δείρετε θα δαρθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δείρουν(ε) θα δαρθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δείρει θα έχω δαρθεί
εσύ — you θα έχεις δείρει θα έχεις δαρθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δείρει θα έχει δαρθεί
εμείς — we θα έχουμε δείρει θα έχουμε δαρθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δείρει θα έχετε δαρθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δείρει θα έχουν δαρθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δέρνω να δέρνομαι
εσύ — you να δέρνεις να δέρνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δέρνει να δέρνεται
εμείς — we να δέρνουμε, να δέρνομε να δερνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δέρνετε να δέρνεστε, να δερνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δέρνουν(ε) να δέρνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δείρω να δαρθώ
εσύ — you να δείρεις να δαρθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δείρει να δαρθεί
εμείς — we να δείρουμε, να δείρομε να δαρθούμε
εσείς — you (plural / polite) να δείρετε να δαρθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δείρουν(ε) να δαρθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δείρει να έχω δαρθεί
εσύ — you να έχεις δείρει να έχεις δαρθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δείρει να έχει δαρθεί
εμείς — we να έχουμε δείρει να έχουμε δαρθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δείρει να έχετε δαρθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δείρει να έχουν δαρθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: δέρνε (εσύ); δέρνετε (εσείς). These are grammatical forms; their use depends on context. Passive commands are uncommon.

Simple: δείρε (εσύ); δείρετε, δείρτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The perfective stems differ: δείρω / έχω δείρει in the active, δαρθώ / έχω δαρθεί in the passive.
  • Present participle: δέρνοντας. Result participle: δαρμένος, δαρμένη, δαρμένο.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Δεν πρέπει να δέρνεις τα ζώα.

You must not beat animals.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δέρνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/derno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /derno/