Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
δελεάζω means “to tempt,” “to entice” or “to lure.” The passive δελεάζομαι means “to be tempted / enticed.”
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δελεάζω | δελεάζομαι |
| εσύ — you | δελεάζεις | δελεάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δελεάζει | δελεάζεται |
| εμείς — we | δελεάζουμε, δελεάζομε | δελεαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | δελεάζετε | δελεάζεστε, δελεαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δελεάζουν(ε) | δελεάζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δελέαζα | δελεαζόμουν(α) |
| εσύ — you | δελέαζες | δελεαζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δελέαζε | δελεαζόταν(ε) |
| εμείς — we | δελεάζαμε | δελεαζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | δελεάζατε | δελεαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δελέαζαν, δελεάζαν(ε) | δελεάζονταν, δελεαζόντανε, δελεαζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δελέασα | δελεάστηκα |
| εσύ — you | δελέασες | δελεάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δελέασε | δελεάστηκε |
| εμείς — we | δελεάσαμε | δελεαστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | δελεάσατε | δελεαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δελέασαν, δελεάσαν(ε) | δελεάστηκαν, δελεαστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω δελεάσει | έχω δελεαστεί |
| εσύ — you | έχεις δελεάσει | έχεις δελεαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει δελεάσει | έχει δελεαστεί |
| εμείς — we | έχουμε δελεάσει | έχουμε δελεαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε δελεάσει | έχετε δελεαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν δελεάσει | έχουν δελεαστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα δελεάσει | είχα δελεαστεί |
| εσύ — you | είχες δελεάσει | είχες δελεαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε δελεάσει | είχε δελεαστεί |
| εμείς — we | είχαμε δελεάσει | είχαμε δελεαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε δελεάσει | είχατε δελεαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν δελεάσει | είχαν δελεαστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα δελεάζω | θα δελεάζομαι |
| εσύ — you | θα δελεάζεις | θα δελεάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δελεάζει | θα δελεάζεται |
| εμείς — we | θα δελεάζουμε, θα δελεάζομε | θα δελεαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δελεάζετε | θα δελεάζεστε, θα δελεαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δελεάζουν(ε) | θα δελεάζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα δελεάσω | θα δελεαστώ |
| εσύ — you | θα δελεάσεις | θα δελεαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δελεάσει | θα δελεαστεί |
| εμείς — we | θα δελεάσουμε, θα δελεάσομε | θα δελεαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δελεάσετε | θα δελεαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δελεάσουν(ε) | θα δελεαστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω δελεάσει | θα έχω δελεαστεί |
| εσύ — you | θα έχεις δελεάσει | θα έχεις δελεαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει δελεάσει | θα έχει δελεαστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε δελεάσει | θα έχουμε δελεαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε δελεάσει | θα έχετε δελεαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν δελεάσει | θα έχουν δελεαστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να δελεάζω | να δελεάζομαι |
| εσύ — you | να δελεάζεις | να δελεάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δελεάζει | να δελεάζεται |
| εμείς — we | να δελεάζουμε, να δελεάζομε | να δελεαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δελεάζετε | να δελεάζεστε, να δελεαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δελεάζουν(ε) | να δελεάζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να δελεάσω | να δελεαστώ |
| εσύ — you | να δελεάσεις | να δελεαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δελεάσει | να δελεαστεί |
| εμείς — we | να δελεάσουμε, να δελεάσομε | να δελεαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δελεάσετε | να δελεαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δελεάσουν(ε) | να δελεαστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω δελεάσει | να έχω δελεαστεί |
| εσύ — you | να έχεις δελεάσει | να έχεις δελεαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει δελεάσει | να έχει δελεαστεί |
| εμείς — we | να έχουμε δελεάσει | να έχουμε δελεαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε δελεάσει | να έχετε δελεαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν δελεάσει | να έχουν δελεαστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: δελέαζε (εσύ); δελεάζετε (εσείς). Passive commands are uncommon.
Simple: δελέασε (εσύ); δελεάστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Present participle: δελεάζοντας. Passive present participle: δελεαζόμενος, δελεαζόμενη, δελεαζόμενο. Result participle: δελεασμένος, δελεασμένη, δελεασμένο, where context permits.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Η προσφορά δελέασε πολλούς πελάτες.
The offer enticed many customers.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δελεάζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/deleazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/deleazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.