Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

δελεάζω — to tempt

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δελεάζω means “to tempt,” “to entice” or “to lure.” The passive δελεάζομαι means “to be tempted / enticed.”

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δελεάζω δελεάζομαι
εσύ — you δελεάζεις δελεάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δελεάζει δελεάζεται
εμείς — we δελεάζουμε, δελεάζομε δελεαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δελεάζετε δελεάζεστε, δελεαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δελεάζουν(ε) δελεάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δελέαζα δελεαζόμουν(α)
εσύ — you δελέαζες δελεαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δελέαζε δελεαζόταν(ε)
εμείς — we δελεάζαμε δελεαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δελεάζατε δελεαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δελέαζαν, δελεάζαν(ε) δελεάζονταν, δελεαζόντανε, δελεαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δελέασα δελεάστηκα
εσύ — you δελέασες δελεάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δελέασε δελεάστηκε
εμείς — we δελεάσαμε δελεαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δελεάσατε δελεαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δελέασαν, δελεάσαν(ε) δελεάστηκαν, δελεαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δελεάσει έχω δελεαστεί
εσύ — you έχεις δελεάσει έχεις δελεαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δελεάσει έχει δελεαστεί
εμείς — we έχουμε δελεάσει έχουμε δελεαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δελεάσει έχετε δελεαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δελεάσει έχουν δελεαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δελεάσει είχα δελεαστεί
εσύ — you είχες δελεάσει είχες δελεαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δελεάσει είχε δελεαστεί
εμείς — we είχαμε δελεάσει είχαμε δελεαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δελεάσει είχατε δελεαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δελεάσει είχαν δελεαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δελεάζω θα δελεάζομαι
εσύ — you θα δελεάζεις θα δελεάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δελεάζει θα δελεάζεται
εμείς — we θα δελεάζουμε, θα δελεάζομε θα δελεαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δελεάζετε θα δελεάζεστε, θα δελεαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δελεάζουν(ε) θα δελεάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δελεάσω θα δελεαστώ
εσύ — you θα δελεάσεις θα δελεαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δελεάσει θα δελεαστεί
εμείς — we θα δελεάσουμε, θα δελεάσομε θα δελεαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δελεάσετε θα δελεαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δελεάσουν(ε) θα δελεαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δελεάσει θα έχω δελεαστεί
εσύ — you θα έχεις δελεάσει θα έχεις δελεαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δελεάσει θα έχει δελεαστεί
εμείς — we θα έχουμε δελεάσει θα έχουμε δελεαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δελεάσει θα έχετε δελεαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δελεάσει θα έχουν δελεαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δελεάζω να δελεάζομαι
εσύ — you να δελεάζεις να δελεάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δελεάζει να δελεάζεται
εμείς — we να δελεάζουμε, να δελεάζομε να δελεαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δελεάζετε να δελεάζεστε, να δελεαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δελεάζουν(ε) να δελεάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δελεάσω να δελεαστώ
εσύ — you να δελεάσεις να δελεαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δελεάσει να δελεαστεί
εμείς — we να δελεάσουμε, να δελεάσομε να δελεαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να δελεάσετε να δελεαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δελεάσουν(ε) να δελεαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δελεάσει να έχω δελεαστεί
εσύ — you να έχεις δελεάσει να έχεις δελεαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δελεάσει να έχει δελεαστεί
εμείς — we να έχουμε δελεάσει να έχουμε δελεαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δελεάσει να έχετε δελεαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δελεάσει να έχουν δελεαστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: δελέαζε (εσύ); δελεάζετε (εσείς). Passive commands are uncommon.

Simple: δελέασε (εσύ); δελεάστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present participle: δελεάζοντας. Passive present participle: δελεαζόμενος, δελεαζόμενη, δελεαζόμενο. Result participle: δελεασμένος, δελεασμένη, δελεασμένο, where context permits.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η προσφορά δελέασε πολλούς πελάτες.

The offer enticed many customers.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δελεάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/deleazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /deleazo/