Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

αγοράζω — to buy

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

αγοράζω: core forms & usage

to buy

The perfective stem has σ instead of ζ: αγόρασα, θα αγοράσω. Stress shifts in αγοράσαμε.

Αγοράζω ψωμί από τον φούρνο της γειτονιάς.

I buy bread from the neighbourhood bakery.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iαγοράζω
you (singular)αγοράζεις
he / she / itαγοράζει
weαγοράζουμε, αγοράζομε
you (plural or polite)αγοράζετε
theyαγοράζουν, αγοράζουνε

Imperfect

PersonForms
Iαγόραζα
you (singular)αγόραζες
he / she / itαγόραζε
weαγοράζαμε
you (plural or polite)αγοράζατε
theyαγόραζαν, αγοράζαν, αγοράζανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iαγόρασα
you (singular)αγόρασες
he / she / itαγόρασε
weαγοράσαμε
you (plural or polite)αγοράσατε
theyαγόρασαν, αγοράσαν, αγοράσανε

Simple future

PersonForms
Iθα αγοράσω
you (singular)θα αγοράσεις
he / she / itθα αγοράσει
weθα αγοράσουμε, θα αγοράσομε
you (plural or polite)θα αγοράσετε
theyθα αγοράσουν, θα αγοράσουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Αγοράσαμε ψωμί από τον φούρνο.

We bought bread from the bakery.

Αγοράζω means buy. The simple past αγόρασα views the purchase as a whole; αγόραζα describes buying repeatedly or as an activity in progress.

Compare the meanings: πουλάω (poulao) — to sell

αγοράζω (agorazo) means to buy. Compare active and passive forms by person and tense.

On a small screen, swipe each table sideways to see both voices. Forms in parentheses are optional endings.

Present · Ενεστώτας

Person Active · Ενεργητική Passive · Παθητική
εγώ · I αγοράζω αγοράζομαι
εσύ · you αγοράζεις αγοράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it αγοράζει αγοράζεται
εμείς · we αγοράζουμε, αγοράζομε αγοραζόμαστε
εσείς · you (plural) αγοράζετε αγοράζεστε, αγοραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · they αγοράζουν(ε) αγοράζονται

Imperfect · Παρατατικός

Person Active · Ενεργητική Passive · Παθητική
εγώ · I αγόραζα αγοραζόμουν(α)
εσύ · you αγόραζες αγοραζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it αγόραζε αγοραζόταν(ε)
εμείς · we αγοράζαμε αγοραζόμαστε, αγοραζόμασταν
εσείς · you (plural) αγοράζατε αγοραζόσαστε, αγοραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · they αγόραζαν, αγοράζαν(ε) αγοράζονταν, αγοραζόντανε, αγοραζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person Active · Ενεργητική Passive · Παθητική
εγώ · I αγόρασα αγοράστηκα
εσύ · you αγόρασες αγοράστηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it αγόρασε αγοράστηκε
εμείς · we αγοράσαμε αγοραστήκαμε
εσείς · you (plural) αγοράσατε αγοραστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · they αγόρασαν, αγοράσαν(ε) αγοράστηκαν, αγοραστήκαν(ε)

Perfect versus state: έχω αγοράσει / έχω αγοραστεί are the compound perfect forms. Το εισιτήριο είναι αγορασμένο describes the ticket as already bought. Έχω το εισιτήριο αγορασμένο requires an object and expresses a resulting state; it is not simply another conjugation of the perfect.

Present perfect · Παρακείμενος

Person Active · Ενεργητική Passive · Παθητική
εγώ · I έχω αγοράσει έχω αγοραστεί
εσύ · you έχεις αγοράσει έχεις αγοραστεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it έχει αγοράσει έχει αγοραστεί
εμείς · we έχουμε αγοράσει έχουμε αγοραστεί
εσείς · you (plural) έχετε αγοράσει έχετε αγοραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά · they έχουν αγοράσει έχουν αγοραστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person Active · Ενεργητική Passive · Παθητική
εγώ · I είχα αγοράσει είχα αγοραστεί
εσύ · you είχες αγοράσει είχες αγοραστεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it είχε αγοράσει είχε αγοραστεί
εμείς · we είχαμε αγοράσει είχαμε αγοραστεί
εσείς · you (plural) είχατε αγοράσει είχατε αγοραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά · they είχαν αγοράσει είχαν αγοραστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person Active · Ενεργητική Passive · Παθητική
εγώ · I θα αγοράζω θα αγοράζομαι
εσύ · you θα αγοράζεις θα αγοράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it θα αγοράζει θα αγοράζεται
εμείς · we θα αγοράζουμε, θα αγοράζομε θα αγοραζόμαστε
εσείς · you (plural) θα αγοράζετε θα αγοράζεστε, θα αγοραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · they θα αγοράζουν(ε) θα αγοράζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person Active · Ενεργητική Passive · Παθητική
εγώ · I θα αγοράσω θα αγοραστώ
εσύ · you θα αγοράσεις θα αγοραστείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it θα αγοράσει θα αγοραστεί
εμείς · we θα αγοράσουμε, θα αγοράσομε θα αγοραστούμε
εσείς · you (plural) θα αγοράσετε θα αγοραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · they θα αγοράσουν(ε) θα αγοραστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person Active · Ενεργητική Passive · Παθητική
εγώ · I θα έχω αγοράσει θα έχω αγοραστεί
εσύ · you θα έχεις αγοράσει θα έχεις αγοραστεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it θα έχει αγοράσει θα έχει αγοραστεί
εμείς · we θα έχουμε αγοράσει θα έχουμε αγοραστεί
εσείς · you (plural) θα έχετε αγοράσει θα έχετε αγοραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά · they θα έχουν αγοράσει θα έχουν αγοραστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person Active · Ενεργητική Passive · Παθητική
εγώ · I να αγοράζω να αγοράζομαι
εσύ · you να αγοράζεις να αγοράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it να αγοράζει να αγοράζεται
εμείς · we να αγοράζουμε, να αγοράζομε να αγοραζόμαστε
εσείς · you (plural) να αγοράζετε να αγοράζεστε, να αγοραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · they να αγοράζουν(ε) να αγοράζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person Active · Ενεργητική Passive · Παθητική
εγώ · I να αγοράσω να αγοραστώ
εσύ · you να αγοράσεις να αγοραστείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it να αγοράσει να αγοραστεί
εμείς · we να αγοράσουμε, να αγοράσομε να αγοραστούμε
εσείς · you (plural) να αγοράσετε να αγοραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · they να αγοράσουν(ε) να αγοραστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person Active · Ενεργητική Passive · Παθητική
εγώ · I να έχω αγοράσει να έχω αγοραστεί
εσύ · you να έχεις αγοράσει να έχεις αγοραστεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it να έχει αγοράσει να έχει αγοραστεί
εμείς · we να έχουμε αγοράσει να έχουμε αγοραστεί
εσείς · you (plural) να έχετε αγοράσει να έχετε αγοραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά · they να έχουν αγοράσει να έχουν αγοραστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person Active Passive
εσύ · you αγόραζε —
εσείς · you (plural) αγοράζετε αγοράζεστε

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person Active Passive
εσύ · you αγόρασε αγοράσου
εσείς · you (plural) αγοράστε αγοραστείτε

Passive commands: αγοράσου / αγοραστείτε are grammatically possible but unusual as everyday instructions. For an ordinary request to buy something, use αγόρασε / αγοράστε.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αγοράζοντας · αγοραζόμενος

Perfect participle / participial forms: έχοντας αγοράσει / έχοντας αγοραστεί · αγορασμένος, -η, -ο · αγορασμένοι, -ες, -α

Dependent perfective forms (used with έχω): αγοράσει · αγοραστεί

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/agorazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /agorazo/