Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
αγρυπνώ / αγρυπνάω · to stay awake; to keep vigil
Αγρύπνησα όλη τη νύχτα. — I stayed awake all night.
Alternative forms: αγρυπνώ / αγρυπνάω and αγρυπνούσα / αγρύπναγα are alternatives. The verb can also mean keeping watch or remaining vigilant.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αγρυπνάω, αγρυπνώ |
| εσύ · you | αγρυπνάς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αγρυπνάει, αγρυπνά |
| εμείς · we | αγρυπνάμε, αγρυπνούμε |
| εσείς · you | αγρυπνάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αγρυπνάν(ε), αγρυπνούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αγρυπνούσα, αγρύπναγα |
| εσύ · you | αγρυπνούσες, αγρύπναγες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αγρυπνούσε, αγρύπναγε |
| εμείς · we | αγρυπνούσαμε, αγρυπνάγαμε |
| εσείς · you | αγρυπνούσατε, αγρυπνάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αγρυπνούσαν(ε), αγρύπναγαν, αγρυπνάγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αγρύπνησα |
| εσύ · you | αγρύπνησες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αγρύπνησε |
| εμείς · we | αγρυπνήσαμε |
| εσείς · you | αγρυπνήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αγρύπνησαν, αγρυπνήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | έχω αγρυπνήσει |
| εσύ · you | έχεις αγρυπνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αγρυπνήσει |
| εμείς · we | έχουμε αγρυπνήσει |
| εσείς · you | έχετε αγρυπνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αγρυπνήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | είχα αγρυπνήσει |
| εσύ · you | είχες αγρυπνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αγρυπνήσει |
| εμείς · we | είχαμε αγρυπνήσει |
| εσείς · you | είχατε αγρυπνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αγρυπνήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα αγρυπνάω, θα αγρυπνώ |
| εσύ · you | θα αγρυπνάς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αγρυπνάει, θα αγρυπνά |
| εμείς · we | θα αγρυπνάμε, θα αγρυπνούμε |
| εσείς · you | θα αγρυπνάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αγρυπνάν(ε), θα αγρυπνούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα αγρυπνήσω |
| εσύ · you | θα αγρυπνήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αγρυπνήσει |
| εμείς · we | θα αγρυπνήσουμε, θα αγρυπνήσομε |
| εσείς · you | θα αγρυπνήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αγρυπνήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αγρυπνήσει |
| εσύ · you | θα έχεις αγρυπνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αγρυπνήσει |
| εμείς · we | θα έχουμε αγρυπνήσει |
| εσείς · you | θα έχετε αγρυπνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αγρυπνήσει |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να αγρυπνάω, να αγρυπνώ |
| εσύ · you | να αγρυπνάς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αγρυπνάει, να αγρυπνά |
| εμείς · we | να αγρυπνάμε, να αγρυπνούμε |
| εσείς · you | να αγρυπνάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αγρυπνάν(ε), να αγρυπνούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να αγρυπνήσω |
| εσύ · you | να αγρυπνήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αγρυπνήσει |
| εμείς · we | να αγρυπνήσουμε, να αγρυπνήσομε |
| εσείς · you | να αγρυπνήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αγρυπνήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να έχω αγρυπνήσει |
| εσύ · you | να έχεις αγρυπνήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αγρυπνήσει |
| εμείς · we | να έχουμε αγρυπνήσει |
| εσείς · you | να έχετε αγρυπνήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αγρυπνήσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: αγρύπνα / αγρυπνάτε; singular alternative αγρύπναγε.
Simple: αγρύπνησε / αγρυπνήστε.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αγρυπνώντας.
Perfect participial construction: έχοντας αγρυπνήσει.
Adjectival participles: αγρυπνισμένος, αγρυπνισμένη, αγρυπνισμένο; also αγρυπνημένος, αγρυπνημένη, αγρυπνημένο. These describe someone who has stayed awake; the ordinary perfect remains έχω αγρυπνήσει.
Invariant compound-tense form: αγρυπνήσει; not an independently used infinitive.
https://moderngreekverbs.com/agripnao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.