Airo | ΑΙΡΩ

/, Α/Airo | ΑΙΡΩ

Airo | ΑΙΡΩ

 

ΑΙΡΩ
I raise
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
αίρω αίρουμε, αίρομε αίρομαι αιρόμαστε, αιρόμεθα
αίρεις αίρετε αίρεσαι αίρεστε, αίρεσθε
αίρει αίρουν(ε) αίρεται αίρονται
Imper
fect
ήρα ήραμε
ήρες ήρατε
ήρε ήραν ήρετο αίρονταν, ήροντο
Aorist ήρα ήραμε άρθηκα αρθήκαμε
ήρες ήρατε άρθηκες αρθήκατε
ήρε ήραν άρθηκε, ήρθη άρθηκαν, αρθήκαν(ε), ήρθησαν
Per
fect
έχω άρει έχουμε άρει έχω αρθεί έχουμε αρθεί
έχεις άρει έχετε άρει έχεις αρθεί έχετε αρθεί
έχει άρει έχουν άρει έχει αρθεί έχουν αρθεί
Plu
per
fect
είχα άρει είχαμε άρει είχα αρθεί είχαμε αρθεί
είχες άρει είχατε άρει είχες αρθεί είχατε αρθεί
είχε άρει είχαν άρει είχε αρθεί είχαν αρθεί
Fut
ure
Cont
inuous
θα αίρω θα αίρουμε, θα αίρομε θα αίρομαι θα αιρόμαστε, θα αιρόμεθα
θα αίρεις θα αίρετε θα αίρεσαι θα αίρεστε, θα αίρεσθε
θα αίρει θα αίρουν(ε) θα αίρεται θα αίρονται
Simp
Fut
θα άρω θα άρουμε, θα άρομε θα αρθώ θα αρθούμε
θα άρεις θα άρετε θα αρθείς θα αρθείτε
θα άρει θα άρουν(ε) θα αρθεί θα αρθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω άρει θα έχουμε άρει θα έχω αρθεί θα έχουμε αρθεί
θα έχεις άρει θα έχετε άρει θα έχεις αρθεί θα έχετε αρθεί
θα έχει άρει θα έχουν άρει θα έχει αρθεί θα έχουν αρθεί
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να αίρω να αίρουμε, να αίρομε να αίρομαι να αιρόμαστε, να αιρόμεθα
να αίρεις να αίρετε να αίρεσαι να αίρεστε, να αίρεσθε
να αίρει να αίρουν(ε) να αίρεται να αίρονται
Aorist να άρω να άρουμε να αρθώ να αρθούμε
να άρεις να άρετε να αρθείς να αρθείτε
να άρει να άρουν(ε) να αρθεί να αρθούν(ε)
Perf να έχω άρει να έχουμε άρει να έχω αρθεί να έχουμε αρθεί
να έχεις άρει να έχετε άρει να έχεις αρθεί να έχετε αρθεί
να έχει άρει να έχουν άρει να έχει αρθεί να έχουν αρθεί
Imper
ative
Pres αίρε αίρετε αίρεστε, αίρεσθε
Aorist άρε άρετε αρθείτε
Part
iciple
Pres αίροντας
Perf έχοντας άρει
Infin Aorist άρει αρθεί

 

2017-03-22T01:53:50+00:00