αίρω (airo) — to lift, remove, revoke

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αίρω · to lift; to remove; to revoke (formal)

Register: This is a formal verb, common in expressions about lifting restrictions, removing obstacles or revoking measures. For physically lifting an everyday object, σηκώνω is usually more natural.

Οι περιορισμοί έχουν αρθεί. — The restrictions have been lifted.

Irregular stems: αίρω → ήρα → να άρω; passive άρθηκα → να αρθώ. The formal passive aorist forms ήρθη / ήρθησαν are common in official writing. Passive imperfect forms are uncommon; a dash below means no learner model is supplied for that person, not that a form is impossible.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαίρωαίρομαι
εσύ · youαίρειςαίρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαίρειαίρεται
εμείς · weαίρουμε, αίρομεαιρόμαστε, αιρόμεθα
εσείς · youαίρετεαίρεστε, αίρεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαίρουν(ε)αίρονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iήρα—
εσύ · youήρες—
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itήρεήρετο
εμείς · weήραμε—
εσείς · youήρατε—
αυτοί / αυτές / αυτά · theyήραναίρονταν, ήροντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iήραάρθηκα
εσύ · youήρεςάρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itήρεάρθηκε, ήρθη
εμείς · weήραμεαρθήκαμε
εσείς · youήρατεαρθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyήρανάρθηκαν, αρθήκαν(ε), ήρθησαν

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω άρειέχω αρθεί
εσύ · youέχεις άρειέχεις αρθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει άρειέχει αρθεί
εμείς · weέχουμε άρειέχουμε αρθεί
εσείς · youέχετε άρειέχετε αρθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν άρειέχουν αρθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα άρειείχα αρθεί
εσύ · youείχες άρειείχες αρθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε άρειείχε αρθεί
εμείς · weείχαμε άρειείχαμε αρθεί
εσείς · youείχατε άρειείχατε αρθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν άρειείχαν αρθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αίρωθα αίρομαι
εσύ · youθα αίρειςθα αίρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αίρειθα αίρεται
εμείς · weθα αίρουμε, θα αίρομεθα αιρόμαστε, θα αιρόμεθα
εσείς · youθα αίρετεθα αίρεστε, θα αίρεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αίρουν(ε)θα αίρονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα άρωθα αρθώ
εσύ · youθα άρειςθα αρθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα άρειθα αρθεί
εμείς · weθα άρουμε, θα άρομεθα αρθούμε
εσείς · youθα άρετεθα αρθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα άρουν(ε)θα αρθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω άρειθα έχω αρθεί
εσύ · youθα έχεις άρειθα έχεις αρθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει άρειθα έχει αρθεί
εμείς · weθα έχουμε άρειθα έχουμε αρθεί
εσείς · youθα έχετε άρειθα έχετε αρθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν άρειθα έχουν αρθεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αίρωνα αίρομαι
εσύ · youνα αίρειςνα αίρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αίρεινα αίρεται
εμείς · weνα αίρουμε, να αίρομενα αιρόμαστε, να αιρόμεθα
εσείς · youνα αίρετενα αίρεστε, να αίρεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αίρουν(ε)να αίρονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα άρωνα αρθώ
εσύ · youνα άρειςνα αρθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα άρεινα αρθεί
εμείς · weνα άρουμενα αρθούμε
εσείς · youνα άρετενα αρθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα άρουν(ε)να αρθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω άρεινα έχω αρθεί
εσύ · youνα έχεις άρεινα έχεις αρθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει άρεινα έχει αρθεί
εμείς · weνα έχουμε άρεινα έχουμε αρθεί
εσείς · youνα έχετε άρεινα έχετε αρθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν άρεινα έχουν αρθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: αίρε / αίρετε.

Simple active: άρε / άρετε.

Άρετε τους περιορισμούς. — Lift the restrictions.

Passive plural simple: αρθείτε; formal and dependent on context.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αίροντας.

Perfect participial constructions: έχοντας άρει / έχοντας αρθεί.

Invariant compound-tense forms: άρει / αρθεί; not independently used infinitives.

Formal alternatives in the tables: αιρόμεθα, αίρεσθε, ήρετο, ήροντο belong to formal or learned usage. They should not be treated as everyday alternatives in all situations.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/airo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

1 thought on “αίρω (airo) — to lift, remove, revoke”

Comments are closed.

ModernGreekVerbs.com · /airo/