κλωτσάω (klotsao) — to kick

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κλωτσάω — to kick.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κλωτσάω, κλωτσώ
εσύ — you κλωτσάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κλωτσάει, κλωτσά
εμείς — we κλωτσάμε, κλωτσούμε
εσείς — you (plural / polite) κλωτσάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κλωτσάν(ε), κλωτσούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κλωτσούσα, κλώτσαγα
εσύ — you κλωτσούσες, κλώτσαγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κλωτσούσε, κλώτσαγε
εμείς — we κλωτσούσαμε, κλωτσάγαμε
εσείς — you (plural / polite) κλωτσούσατε, κλωτσάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κλωτσούσαν(ε), κλώτσαγαν, κλωτσάγανε

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κλώτσησα
εσύ — you κλώτσησες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κλώτσησε
εμείς — we κλωτσήσαμε
εσείς — you (plural / polite) κλωτσήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κλώτσησαν, κλωτσήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω κλωτσήσει
εσύ — you έχεις κλωτσήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κλωτσήσει
εμείς — we έχουμε κλωτσήσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε κλωτσήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κλωτσήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα κλωτσήσει
εσύ — you είχες κλωτσήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κλωτσήσει
εμείς — we είχαμε κλωτσήσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε κλωτσήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κλωτσήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα κλωτσάω, θα κλωτσώ
εσύ — you θα κλωτσάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κλωτσάει, θα κλωτσά
εμείς — we θα κλωτσάμε, θα κλωτσούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κλωτσάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κλωτσάν(ε), θα κλωτσούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα κλωτσήσω
εσύ — you θα κλωτσήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κλωτσήσει
εμείς — we θα κλωτσήσουμε, θα κλωτσήσομε
εσείς — you (plural / polite) θα κλωτσήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κλωτσήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω κλωτσήσει
εσύ — you θα έχεις κλωτσήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κλωτσήσει
εμείς — we θα έχουμε κλωτσήσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κλωτσήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κλωτσήσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να κλωτσάω, να κλωτσώ
εσύ — you να κλωτσάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κλωτσάει, να κλωτσά
εμείς — we να κλωτσάμε, να κλωτσούμε
εσείς — you (plural / polite) να κλωτσάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κλωτσάν(ε), να κλωτσούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να κλωτσήσω
εσύ — you να κλωτσήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κλωτσήσει
εμείς — we να κλωτσήσουμε, να κλωτσήσομε
εσείς — you (plural / polite) να κλωτσήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κλωτσήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω κλωτσήσει
εσύ — you να έχεις κλωτσήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κλωτσήσει
εμείς — we να έχουμε κλωτσήσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κλωτσήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κλωτσήσει

Imperative · Προστακτική

κλώτσα, κλώτσαγε / κλωτσάτε

Simple: κλώτσησε, κλώτσα (εσύ); κλωτσήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κλωτσάω / κλωτσώ means to kick. Κλώτσα can also serve as a simple command in everyday speech.

Κλώτσησε την μπάλα.

He kicked the ball.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κλωτσάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/klotsao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /klotsao/