κολυμπάω (kolumpao) — to swim

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κολυμπάω — to swim.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κολυμπάω, κολυμπώ
εσύ — you κολυμπάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κολυμπάει, κολυμπά
εμείς — we κολυμπάμε, κολυμπούμε
εσείς — you (plural / polite) κολυμπάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κολυμπάν(ε), κολυμπούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κολυμπούσα, κολύμπαγα
εσύ — you κολυμπούσες, κολύμπαγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κολυμπούσε, κολύμπαγε
εμείς — we κολυμπούσαμε, κολυμπάγαμε
εσείς — you (plural / polite) κολυμπούσατε, κολυμπάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κολυμπούσαν(ε), κολύμπαγαν, κολυμπάγανε

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κολύμπησα
εσύ — you κολύμπησες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κολύμπησε
εμείς — we κολυμπήσαμε
εσείς — you (plural / polite) κολυμπήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κολύμπησαν, κολυμπήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω κολυμπήσει
εσύ — you έχεις κολυμπήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κολυμπήσει
εμείς — we έχουμε κολυμπήσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε κολυμπήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κολυμπήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα κολυμπήσει
εσύ — you είχες κολυμπήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κολυμπήσει
εμείς — we είχαμε κολυμπήσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε κολυμπήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κολυμπήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα κολυμπάω, θα κολυμπώ
εσύ — you θα κολυμπάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κολυμπάει, θα κολυμπά
εμείς — we θα κολυμπάμε, θα κολυμπούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κολυμπάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κολυμπάν(ε), θα κολυμπούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα κολυμπήσω
εσύ — you θα κολυμπήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κολυμπήσει
εμείς — we θα κολυμπήσουμε, θα κολυμπήσομε
εσείς — you (plural / polite) θα κολυμπήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κολυμπήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω κολυμπήσει
εσύ — you θα έχεις κολυμπήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κολυμπήσει
εμείς — we θα έχουμε κολυμπήσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κολυμπήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κολυμπήσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να κολυμπάω, να κολυμπώ
εσύ — you να κολυμπάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κολυμπάει, να κολυμπά
εμείς — we να κολυμπάμε, να κολυμπούμε
εσείς — you (plural / polite) να κολυμπάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κολυμπάν(ε), να κολυμπούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να κολυμπήσω
εσύ — you να κολυμπήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κολυμπήσει
εμείς — we να κολυμπήσουμε, να κολυμπήσομε
εσείς — you (plural / polite) να κολυμπήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κολυμπήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω κολυμπήσει
εσύ — you να έχεις κολυμπήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κολυμπήσει
εμείς — we να έχουμε κολυμπήσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κολυμπήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κολυμπήσει

Imperative · Προστακτική

κολύμπα, κολύμπαγε / κολυμπάτε

Simple: κολύμπησε, κολύμπα (εσύ); κολυμπήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κολυμπάω / κολυμπώ means to swim. Κολύμπα is also used as a simple command in everyday speech.

Κολυμπήσαμε στη θάλασσα.

We swam in the sea.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κολυμπάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kolumpao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kolumpao/