κοροϊδεύω (koroideuo) — to mock; to deceive

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κοροϊδεύω — to mock; to deceive.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κοροϊδεύω
εσύ — you κοροϊδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κοροϊδεύει
εμείς — we κοροϊδεύουμε, κοροϊδεύομε
εσείς — you (plural / polite) κοροϊδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κοροϊδεύουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κορόιδευα
εσύ — you κορόιδευες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κορόιδευε
εμείς — we κοροϊδεύαμε
εσείς — you (plural / polite) κοροϊδεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κορόιδευαν, κοροϊδεύαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κορόιδεψα
εσύ — you κορόιδεψες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κορόιδεψε
εμείς — we κοροϊδέψαμε
εσείς — you (plural / polite) κοροϊδέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κορόιδεψαν, κοροϊδέψαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω κοροϊδέψει
εσύ — you έχεις κοροϊδέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κοροϊδέψει
εμείς — we έχουμε κοροϊδέψει
εσείς — you (plural / polite) έχετε κοροϊδέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κοροϊδέψει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα κοροϊδέψει
εσύ — you είχες κοροϊδέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κοροϊδέψει
εμείς — we είχαμε κοροϊδέψει
εσείς — you (plural / polite) είχατε κοροϊδέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κοροϊδέψει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα κοροϊδεύω
εσύ — you θα κοροϊδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κοροϊδεύει
εμείς — we θα κοροϊδεύουμε, θα κοροϊδεύομε
εσείς — you (plural / polite) θα κοροϊδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κοροϊδεύουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα κοροϊδέψω
εσύ — you θα κοροϊδέψεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κοροϊδέψει
εμείς — we θα κοροϊδέψουμε, θα κοροϊδέψομε
εσείς — you (plural / polite) θα κοροϊδέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κοροϊδέψουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω κοροϊδέψει
εσύ — you θα έχεις κοροϊδέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κοροϊδέψει
εμείς — we θα έχουμε κοροϊδέψει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κοροϊδέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κοροϊδέψει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να κοροϊδεύω
εσύ — you να κοροϊδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κοροϊδεύει
εμείς — we να κοροϊδεύουμε, να κοροϊδεύομε
εσείς — you (plural / polite) να κοροϊδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κοροϊδεύουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να κοροϊδέψω
εσύ — you να κοροϊδέψεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κοροϊδέψει
εμείς — we να κοροϊδέψουμε, να κοροϊδέψομε
εσείς — you (plural / polite) να κοροϊδέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κοροϊδέψουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω κοροϊδέψει
εσύ — you να έχεις κοροϊδέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κοροϊδέψει
εμείς — we να έχουμε κοροϊδέψει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κοροϊδέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κοροϊδέψει

Imperative · Προστακτική

κορόιδευε / κοροϊδεύετε

Simple: κορόιδεψε (εσύ); κοροϊδέψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κοροϊδεύω can mean to mock or make fun of someone, or to deceive them. Keep the diaeresis when the preceding ο is not accented: κοροϊδεύω, κοροϊδέψαμε, κοροϊδέψει; compare κορόιδεψα.

Μη με κοροϊδεύεις.

Do not make fun of me.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κοροϊδεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/koroideuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /koroideuo/