κουβαλάω (koubalao) — to carry; to haul

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κουβαλάω — to carry; to haul.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κουβαλάω, κουβαλώ κουβαλιέμαι
εσύ — you κουβαλάς κουβαλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κουβαλάει, κουβαλά κουβαλιέται
εμείς — we κουβαλάμε, κουβαλούμε κουβαλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κουβαλάτε κουβαλιέστε, κουβαλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κουβαλάν(ε), κουβαλούν(ε) κουβαλιούνται, κουβαλιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κουβαλούσα, κουβάλαγα κουβαλιόμουν(α)
εσύ — you κουβαλούσες, κουβάλαγες κουβαλιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κουβαλούσε, κουβάλαγε κουβαλιόταν(ε)
εμείς — we κουβαλούσαμε, κουβαλάγαμε κουβαλιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κουβαλούσατε, κουβαλάγατε κουβαλιόσαστε, κουβαλιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κουβαλούσαν(ε), κουβάλαγαν, κουβαλάγανε κουβαλιόνταν(ε), κουβαλιούνταν, κουβαλιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κουβάλησα κουβαλήθηκα
εσύ — you κουβάλησες κουβαλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κουβάλησε κουβαλήθηκε
εμείς — we κουβαλήσαμε κουβαληθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κουβαλήσατε κουβαληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κουβάλησαν, κουβαλήσαν(ε) κουβαλήθηκαν, κουβαληθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κουβαλήσει έχω κουβαληθεί
εσύ — you έχεις κουβαλήσει έχεις κουβαληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κουβαλήσει έχει κουβαληθεί
εμείς — we έχουμε κουβαλήσει έχουμε κουβαληθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κουβαλήσει έχετε κουβαληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κουβαλήσει έχουν κουβαληθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κουβαλήσει είχα κουβαληθεί
εσύ — you είχες κουβαλήσει είχες κουβαληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κουβαλήσει είχε κουβαληθεί
εμείς — we είχαμε κουβαλήσει είχαμε κουβαληθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κουβαλήσει είχατε κουβαληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κουβαλήσει είχαν κουβαληθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κουβαλάω, θα κουβαλώ θα κουβαλιέμαι
εσύ — you θα κουβαλάς θα κουβαλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κουβαλάει, θα κουβαλά θα κουβαλιέται
εμείς — we θα κουβαλάμε, θα κουβαλούμε θα κουβαλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κουβαλάτε θα κουβαλιέστε, θα κουβαλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κουβαλάν(ε), θα κουβαλούν(ε) θα κουβαλιούνται, θα κουβαλιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κουβαλήσω θα κουβαληθώ
εσύ — you θα κουβαλήσεις θα κουβαληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κουβαλήσει θα κουβαληθεί
εμείς — we θα κουβαλήσουμε, θα κουβαλήσομε θα κουβαληθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κουβαλήσετε θα κουβαληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κουβαλήσουν(ε) θα κουβαληθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κουβαλήσει θα έχω κουβαληθεί
εσύ — you θα έχεις κουβαλήσει θα έχεις κουβαληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κουβαλήσει θα έχει κουβαληθεί
εμείς — we θα έχουμε κουβαλήσει θα έχουμε κουβαληθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κουβαλήσει θα έχετε κουβαληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κουβαλήσει θα έχουν κουβαληθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κουβαλάω, να κουβαλώ να κουβαλιέμαι
εσύ — you να κουβαλάς να κουβαλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κουβαλάει, να κουβαλά να κουβαλιέται
εμείς — we να κουβαλάμε, να κουβαλούμε να κουβαλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κουβαλάτε να κουβαλιέστε, να κουβαλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κουβαλάν(ε), να κουβαλούν(ε) να κουβαλιούνται, να κουβαλιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κουβαλήσω να κουβαληθώ
εσύ — you να κουβαλήσεις να κουβαληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κουβαλήσει να κουβαληθεί
εμείς — we να κουβαλήσουμε, να κουβαλήσομε να κουβαληθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κουβαλήσετε να κουβαληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κουβαλήσουν(ε) να κουβαληθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κουβαλήσει να έχω κουβαληθεί
εσύ — you να έχεις κουβαλήσει να έχεις κουβαληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κουβαλήσει να έχει κουβαληθεί
εμείς — we να έχουμε κουβαλήσει να έχουμε κουβαληθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κουβαλήσει να έχετε κουβαληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κουβαλήσει να έχουν κουβαληθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κουβάλα, κουβάλαγε κουβαλάτε — —
Simple κουβάλησε κουβαλήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κουβαλάω / κουβαλώ means to carry or haul. Κουβαλιέμαι can describe being carried, or colloquially turning up somewhere, sometimes with a disapproving tone.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κουβαλήσαμε τις βαλίτσες.

We carried the suitcases.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κουβαλάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/koubalao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /koubalao/