Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

παλεύω — to wrestle; to struggle

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

παλεύω means to wrestle, fight, or struggle to achieve or cope with something.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I παλεύω
εσύ — you παλεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παλεύει
εμείς — we παλεύουμε, παλεύομε
εσείς — you (plural / polite) παλεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παλεύουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I πάλευα
εσύ — you πάλευες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πάλευε
εμείς — we παλεύαμε
εσείς — you (plural / polite) παλεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πάλευαν, παλεύαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I πάλεψα
εσύ — you πάλεψες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πάλεψε
εμείς — we παλέψαμε
εσείς — you (plural / polite) παλέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πάλεψαν, παλέψαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω παλέψει
εσύ — you έχεις παλέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει παλέψει
εμείς — we έχουμε παλέψει
εσείς — you (plural / polite) έχετε παλέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν παλέψει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα παλέψει
εσύ — you είχες παλέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε παλέψει
εμείς — we είχαμε παλέψει
εσείς — you (plural / polite) είχατε παλέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν παλέψει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα παλεύω
εσύ — you θα παλεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παλεύει
εμείς — we θα παλεύουμε, θα παλεύομε
εσείς — you (plural / polite) θα παλεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παλεύουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα παλέψω
εσύ — you θα παλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παλέψει
εμείς — we θα παλέψουμε, θα παλέψομε
εσείς — you (plural / polite) θα παλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παλέψουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω παλέψει
εσύ — you θα έχεις παλέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει παλέψει
εμείς — we θα έχουμε παλέψει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε παλέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν παλέψει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να παλεύω
εσύ — you να παλεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παλεύει
εμείς — we να παλεύουμε, να παλεύομε
εσείς — you (plural / polite) να παλεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παλεύουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να παλέψω
εσύ — you να παλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παλέψει
εμείς — we να παλέψουμε, να παλέψομε
εσείς — you (plural / polite) να παλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παλέψουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω παλέψει
εσύ — you να έχεις παλέψει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει παλέψει
εμείς — we να έχουμε παλέψει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε παλέψει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν παλέψει

Imperative · Προστακτική

Continuous: πάλευε / παλεύετε.

Simple: πάλεψε (εσύ); παλέψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Perfective: πάλεψα, θα παλέψω, έχω παλέψει.

Παλεύω να τελειώσω τη δουλειά.

I am struggling to finish the work.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παλεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/paleuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /paleuo/