παίζω (paizo) — to play

Everyday Greek · Core 100

παίζω: core forms & usage

to play

The perfective stem changes ζ to ξ: έπαιξα, θα παίξω. Playing a game and playing an instrument use the same verb.

Παίζουμε ένα παιχνίδι με λέξεις.

We play a word game.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iπαίζω
you (singular)παίζεις
he / she / itπαίζει
weπαίζουμε, παίζομε
you (plural or polite)παίζετε
theyπαίζουν, παίζουνε

Imperfect

PersonForms
Iέπαιζα
you (singular)έπαιζες
he / she / itέπαιζε
weπαίζαμε
you (plural or polite)παίζατε
theyέπαιζαν, παίζαν, παίζανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iέπαιξα
you (singular)έπαιξες
he / she / itέπαιξε
weπαίξαμε
you (plural or polite)παίξατε
theyέπαιξαν, παίξαν, παίξανε

Simple future

PersonForms
Iθα παίξω
you (singular)θα παίξεις
he / she / itθα παίξει
weθα παίξουμε, θα παίξομε
you (plural or polite)θα παίξετε
theyθα παίξουν, θα παίξουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Τα παιδιά παίζουν στην αυλή.

The children are playing in the yard.

Παίζω covers games, sport and musical instruments. Compare παίζω ποδόσφαιρο, I play football, with παίζω πιάνο, I play the piano.

παίζω means to play. παίζομαι means to be played, performed, or at stake, depending on context.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παίζω παίζομαι
εσύ — you παίζεις παίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παίζει παίζεται
εμείς — we παίζουμε, παίζομε παιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) παίζετε παίζεστε, παιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παίζουν(ε) παίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έπαιζα παιζόμουν(α)
εσύ — you έπαιζες παιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έπαιζε παιζόταν(ε)
εμείς — we παίζαμε παιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) παίζατε παιζόσαστε, παιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έπαιζαν, παίζαν(ε) παίζονταν, παιζόντανε, παιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έπαιξα παίχτηκα
εσύ — you έπαιξες παίχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έπαιξε παίχτηκε
εμείς — we παίξαμε παιχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) παίξατε παιχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έπαιξαν, παίξαν(ε) παίχτηκαν, παιχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω παίξει έχω παιχτεί
εσύ — you έχεις παίξει έχεις παιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει παίξει έχει παιχτεί
εμείς — we έχουμε παίξει έχουμε παιχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε παίξει έχετε παιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν παίξει έχουν παιχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα παίξει είχα παιχτεί
εσύ — you είχες παίξει είχες παιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε παίξει είχε παιχτεί
εμείς — we είχαμε παίξει είχαμε παιχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε παίξει είχατε παιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν παίξει είχαν παιχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παίζω θα παίζομαι
εσύ — you θα παίζεις θα παίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παίζει θα παίζεται
εμείς — we θα παίζουμε, θα παίζομε θα παιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα παίζετε θα παίζεστε, θα παιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παίζουν(ε) θα παίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παίξω θα παιχτώ
εσύ — you θα παίξεις θα παιχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παίξει θα παιχτεί
εμείς — we θα παίξουμε, θα παίξομε θα παιχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα παίξετε θα παιχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παίξουν(ε) θα παιχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω παίξει θα έχω παιχτεί
εσύ — you θα έχεις παίξει θα έχεις παιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει παίξει θα έχει παιχτεί
εμείς — we θα έχουμε παίξει θα έχουμε παιχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε παίξει θα έχετε παιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν παίξει θα έχουν παιχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παίζω να παίζομαι
εσύ — you να παίζεις να παίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παίζει να παίζεται
εμείς — we να παίζουμε, να παίζομε να παιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να παίζετε να παίζεστε, να παιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παίζουν(ε) να παίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παίξω να παιχτώ
εσύ — you να παίξεις να παιχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παίξει να παιχτεί
εμείς — we να παίξουμε, να παίξομε να παιχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να παίξετε να παιχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παίξουν(ε) να παιχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω παίξει να έχω παιχτεί
εσύ — you να έχεις παίξει να έχεις παιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει παίξει να έχει παιχτεί
εμείς — we να έχουμε παίξει να έχουμε παιχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε παίξει να έχετε παιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν παίξει να έχουν παιχτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: παίζε / παίζετε. παίχτε is another plural command variant.

Simple: παίξε (εσύ); παίξτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Passive forms do not mean “I play”. A play, film, game, or musical piece can be played or performed.

Παίζω κιθάρα.

I play guitar.

Η ταινία παίζεται στον κινηματογράφο.

The film is showing at the cinema.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/paizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /paizo/