Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
γλιστράω — to slip; to slide.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γλιστράω, γλιστρώ |
| εσύ — you | γλιστράς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γλιστράει, γλιστρά |
| εμείς — we | γλιστράμε, γλιστρούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | γλιστράτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γλιστράν(ε), γλιστρούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γλιστρούσα, γλίστραγα |
| εσύ — you | γλιστρούσες, γλίστραγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γλιστρούσε, γλίστραγε |
| εμείς — we | γλιστρούσαμε, γλιστράγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | γλιστρούσατε, γλιστράγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γλιστρούσαν(ε), γλίστραγαν, γλιστράγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γλίστρησα |
| εσύ — you | γλίστρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γλίστρησε |
| εμείς — we | γλιστρήσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | γλιστρήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γλίστρησαν, γλιστρήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω γλιστρήσει |
| εσύ — you | έχεις γλιστρήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει γλιστρήσει |
| εμείς — we | έχουμε γλιστρήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε γλιστρήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν γλιστρήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα γλιστρήσει |
| εσύ — you | είχες γλιστρήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε γλιστρήσει |
| εμείς — we | είχαμε γλιστρήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε γλιστρήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν γλιστρήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα γλιστράω, θα γλιστρώ |
| εσύ — you | θα γλιστράς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα γλιστράει, θα γλιστρά |
| εμείς — we | θα γλιστράμε, θα γλιστρούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα γλιστράτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα γλιστράν(ε), θα γλιστρούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα γλιστρήσω |
| εσύ — you | θα γλιστρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα γλιστρήσει |
| εμείς — we | θα γλιστρήσουμε, θα γλιστρήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα γλιστρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα γλιστρήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω γλιστρήσει |
| εσύ — you | θα έχεις γλιστρήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει γλιστρήσει |
| εμείς — we | θα έχουμε γλιστρήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε γλιστρήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν γλιστρήσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να γλιστράω, να γλιστρώ |
| εσύ — you | να γλιστράς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να γλιστράει, να γλιστρά |
| εμείς — we | να γλιστράμε, να γλιστρούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να γλιστράτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να γλιστράν(ε), να γλιστρούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να γλιστρήσω |
| εσύ — you | να γλιστρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να γλιστρήσει |
| εμείς — we | να γλιστρήσουμε, να γλιστρήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να γλιστρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να γλιστρήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω γλιστρήσει |
| εσύ — you | να έχεις γλιστρήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει γλιστρήσει |
| εμείς — we | να έχουμε γλιστρήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε γλιστρήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν γλιστρήσει |
Imperative · Προστακτική
γλίστρα, γλίστραγε / γλιστράτε
Simple: γλίστρησε (εσύ); γλιστρήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Γλιστράω / γλιστρώ can describe slipping accidentally or sliding smoothly.
Γλίστρησα στο βρεγμένο πάτωμα.
I slipped on the wet floor.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γλιστράω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/glistrao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/glistrao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →