Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

γλιτώνω — to escape; to save

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

γλιτώνω — to escape; to save.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γλιτώνω
εσύ — you γλιτώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γλιτώνει
εμείς — we γλιτώνουμε, γλιτώνομε
εσείς — you (plural / polite) γλιτώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γλιτώνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γλίτωνα
εσύ — you γλίτωνες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γλίτωνε
εμείς — we γλιτώναμε
εσείς — you (plural / polite) γλιτώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γλίτωναν, γλιτώναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γλίτωσα
εσύ — you γλίτωσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γλίτωσε
εμείς — we γλιτώσαμε
εσείς — you (plural / polite) γλιτώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γλίτωσαν, γλιτώσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω γλιτώσει
εσύ — you έχεις γλιτώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει γλιτώσει
εμείς — we έχουμε γλιτώσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε γλιτώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν γλιτώσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα γλιτώσει
εσύ — you είχες γλιτώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε γλιτώσει
εμείς — we είχαμε γλιτώσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε γλιτώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν γλιτώσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα γλιτώνω
εσύ — you θα γλιτώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γλιτώνει
εμείς — we θα γλιτώνουμε, θα γλιτώνομε
εσείς — you (plural / polite) θα γλιτώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γλιτώνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα γλιτώσω
εσύ — you θα γλιτώσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γλιτώσει
εμείς — we θα γλιτώσουμε, θα γλιτώσομε
εσείς — you (plural / polite) θα γλιτώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γλιτώσουν

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω γλιτώσει
εσύ — you θα έχεις γλιτώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει γλιτώσει
εμείς — we θα έχουμε γλιτώσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε γλιτώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν γλιτώσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να γλιτώνω
εσύ — you να γλιτώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γλιτώνει
εμείς — we να γλιτώνουμε, να γλιτώνομε
εσείς — you (plural / polite) να γλιτώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γλιτώνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να γλιτώσω
εσύ — you να γλιτώσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γλιτώσει
εμείς — we να γλιτώσουμε, να γλιτώσομε
εσείς — you (plural / polite) να γλιτώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γλιτώσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω γλιτώσει
εσύ — you να έχεις γλιτώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει γλιτώσει
εμείς — we να έχουμε γλιτώσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε γλιτώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν γλιτώσει

Imperative · Προστακτική

γλίτωνε / γλιτώνετε

Simple: γλίτωσε (εσύ); γλιτώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Γλιτώνω can mean to escape danger, save someone, or avoid an expense or trouble. The tables use the standard simplified spelling γλιτώνω; γλυτώνω is an alternative spelling.

Γλιτώσαμε από τον κίνδυνο.

We escaped the danger.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γλιτώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/glitono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /glitono/