Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
γλιτώνω — to escape; to save.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γλιτώνω |
| εσύ — you | γλιτώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γλιτώνει |
| εμείς — we | γλιτώνουμε, γλιτώνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | γλιτώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γλιτώνουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γλίτωνα |
| εσύ — you | γλίτωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γλίτωνε |
| εμείς — we | γλιτώναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | γλιτώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γλίτωναν, γλιτώναν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γλίτωσα |
| εσύ — you | γλίτωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γλίτωσε |
| εμείς — we | γλιτώσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | γλιτώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γλίτωσαν, γλιτώσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω γλιτώσει |
| εσύ — you | έχεις γλιτώσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει γλιτώσει |
| εμείς — we | έχουμε γλιτώσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε γλιτώσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν γλιτώσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα γλιτώσει |
| εσύ — you | είχες γλιτώσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε γλιτώσει |
| εμείς — we | είχαμε γλιτώσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε γλιτώσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν γλιτώσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα γλιτώνω |
| εσύ — you | θα γλιτώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα γλιτώνει |
| εμείς — we | θα γλιτώνουμε, θα γλιτώνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα γλιτώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα γλιτώνουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα γλιτώσω |
| εσύ — you | θα γλιτώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα γλιτώσει |
| εμείς — we | θα γλιτώσουμε, θα γλιτώσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα γλιτώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα γλιτώσουν |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω γλιτώσει |
| εσύ — you | θα έχεις γλιτώσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει γλιτώσει |
| εμείς — we | θα έχουμε γλιτώσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε γλιτώσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν γλιτώσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να γλιτώνω |
| εσύ — you | να γλιτώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να γλιτώνει |
| εμείς — we | να γλιτώνουμε, να γλιτώνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να γλιτώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να γλιτώνουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να γλιτώσω |
| εσύ — you | να γλιτώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να γλιτώσει |
| εμείς — we | να γλιτώσουμε, να γλιτώσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να γλιτώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να γλιτώσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω γλιτώσει |
| εσύ — you | να έχεις γλιτώσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει γλιτώσει |
| εμείς — we | να έχουμε γλιτώσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε γλιτώσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν γλιτώσει |
Imperative · Προστακτική
γλίτωνε / γλιτώνετε
Simple: γλίτωσε (εσύ); γλιτώστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Γλιτώνω can mean to escape danger, save someone, or avoid an expense or trouble. The tables use the standard simplified spelling γλιτώνω; γλυτώνω is an alternative spelling.
Γλιτώσαμε από τον κίνδυνο.
We escaped the danger.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γλιτώνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/glitono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/glitono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.