μαλακώνω (malakono) — to soften

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μαλακώνω means to soften something or to become softer, literally or figuratively.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μαλακώνω
εσύ — you μαλακώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μαλακώνει
εμείς — we μαλακώνουμε, μαλακώνομε
εσείς — you (plural / polite) μαλακώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μαλακώνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μαλάκωνα
εσύ — you μαλάκωνες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μαλάκωνε
εμείς — we μαλακώναμε
εσείς — you (plural / polite) μαλακώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μαλάκωναν, μαλακώναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μαλάκωσα
εσύ — you μαλάκωσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μαλάκωσε
εμείς — we μαλακώσαμε
εσείς — you (plural / polite) μαλακώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μαλάκωσαν, μαλακώσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω μαλακώσει
εσύ — you έχεις μαλακώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μαλακώσει
εμείς — we έχουμε μαλακώσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε μαλακώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μαλακώσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα μαλακώσει
εσύ — you είχες μαλακώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μαλακώσει
εμείς — we είχαμε μαλακώσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε μαλακώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μαλακώσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα μαλακώνω
εσύ — you θα μαλακώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μαλακώνει
εμείς — we θα μαλακώνουμε, θα μαλακώνομε
εσείς — you (plural / polite) θα μαλακώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μαλακώνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα μαλακώσω
εσύ — you θα μαλακώσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μαλακώσει
εμείς — we θα μαλακώσουμε, θα μαλακώσομε
εσείς — you (plural / polite) θα μαλακώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μαλακώσουν

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω μαλακώσει
εσύ — you θα έχεις μαλακώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μαλακώσει
εμείς — we θα έχουμε μαλακώσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μαλακώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μαλακώσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να μαλακώνω
εσύ — you να μαλακώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μαλακώνει
εμείς — we να μαλακώνουμε, να μαλακώνομε
εσείς — you (plural / polite) να μαλακώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μαλακώνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να μαλακώσω
εσύ — you να μαλακώσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μαλακώσει
εμείς — we να μαλακώσουμε, να μαλακώσομε
εσείς — you (plural / polite) να μαλακώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μαλακώσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω μαλακώσει
εσύ — you να έχεις μαλακώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μαλακώσει
εμείς — we να έχουμε μαλακώσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μαλακώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μαλακώσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: μαλάκωνε / μαλακώνετε.

Simple: μαλάκωσε (εσύ); μαλακώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το βούτυρο μαλάκωσε.

The butter softened.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μαλακώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/malakono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /malakono/