θυμώνω (thumono) — to get angry; anger

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

θυμώνω — to get angry; anger.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θυμώνω
εσύ — you θυμώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θυμώνει
εμείς — we θυμώνουμε, θυμώνομε
εσείς — you (plural / polite) θυμώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θυμώνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θύμωνα
εσύ — you θύμωνες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θύμωνε
εμείς — we θυμώναμε
εσείς — you (plural / polite) θυμώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θύμωναν, θυμώναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θύμωσα
εσύ — you θύμωσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θύμωσε
εμείς — we θυμώσαμε
εσείς — you (plural / polite) θυμώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θύμωσαν, θυμώσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω θυμώσει
εσύ — you έχεις θυμώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει θυμώσει
εμείς — we έχουμε θυμώσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε θυμώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν θυμώσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα θυμώσει
εσύ — you είχες θυμώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε θυμώσει
εμείς — we είχαμε θυμώσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε θυμώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν θυμώσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα θυμώνω
εσύ — you θα θυμώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θυμώνει
εμείς — we θα θυμώνουμε, θα θυμώνομε
εσείς — you (plural / polite) θα θυμώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θυμώνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα θυμώσω
εσύ — you θα θυμώσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θυμώσει
εμείς — we θα θυμώσουμε, θα θυμώσομε
εσείς — you (plural / polite) θα θυμώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θυμώσουν

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω θυμώσει
εσύ — you θα έχεις θυμώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει θυμώσει
εμείς — we θα έχουμε θυμώσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε θυμώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν θυμώσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να θυμώνω
εσύ — you να θυμώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θυμώνει
εμείς — we να θυμώνουμε, να θυμώνομε
εσείς — you (plural / polite) να θυμώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θυμώνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να θυμώσω
εσύ — you να θυμώσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θυμώσει
εμείς — we να θυμώσουμε, να θυμώσομε
εσείς — you (plural / polite) να θυμώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θυμώσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω θυμώσει
εσύ — you να έχεις θυμώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει θυμώσει
εμείς — we να έχουμε θυμώσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε θυμώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν θυμώσει

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Often means becoming angry, using the active forms: θύμωσα μαζί του. It can also mean making someone angry. θυμωμένος, -η, -ο describes the angry state; έχω θυμώσει describes having become angry.

Θύμωσε μαζί μου.

She got angry with me.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — θυμώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/thumono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /thumono/