θυσιάζω (thusiazo) — to sacrifice

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

θυσιάζω — to sacrifice; give up.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θυσιάζω θυσιάζομαι
εσύ — you θυσιάζεις θυσιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θυσιάζει θυσιάζεται
εμείς — we θυσιάζουμε, θυσιάζομε θυσιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θυσιάζετε θυσιάζεστε, θυσιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θυσιάζουν(ε) θυσιάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θυσίαζα θυσιαζόμουν(α)
εσύ — you θυσίαζες θυσιαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θυσίαζε θυσιαζόταν(ε)
εμείς — we θυσιάζαμε θυσιαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) θυσιάζατε θυσιαζόσαστε, θυσιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they θυσίαζαν, θυσιάζαν(ε) θυσιάζονταν, θυσιαζόντανε, θυσιαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θυσίασα θυσιάστηκα
εσύ — you θυσίασες θυσιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θυσίασε θυσιάστηκε
εμείς — we θυσιάσαμε θυσιαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) θυσιάσατε θυσιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θυσίασαν, θυσιάσαν(ε) θυσιάστηκαν, θυσιαστήκανε

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω θυσιάσει έχω θυσιαστεί
εσύ — you έχεις θυσιάσει έχεις θυσιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει θυσιάσει έχει θυσιαστεί
εμείς — we έχουμε θυσιάσει έχουμε θυσιαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε θυσιάσει έχετε θυσιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν θυσιάσει έχουν θυσιαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα θυσιάσει είχα θυσιαστεί
εσύ — you είχες θυσιάσει είχες θυσιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε θυσιάσει είχε θυσιαστεί
εμείς — we είχαμε θυσιάσει είχαμε θυσιαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε θυσιάσει είχατε θυσιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν θυσιάσει είχαν θυσιαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα θυσιάζω θα θυσιάζομαι
εσύ — you θα θυσιάζεις θα θυσιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θυσιάζει θα θυσιάζεται
εμείς — we θα θυσιάζουμε, θα θυσιάζομε θα θυσιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα θυσιάζετε θα θυσιάζεστε, θα θυσιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θυσιάζουν(ε) θα θυσιάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα θυσιάσω θα θυσιαστώ
εσύ — you θα θυσιάσεις θα θυσιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα θυσιάσει θα θυσιαστεί
εμείς — we θα θυσιάσουμε, θα θυσιάσομε θα θυσιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα θυσιάσετε θα θυσιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα θυσιάσουν(ε) θα θυσιαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω θυσιάσει θα έχω θυσιαστεί
εσύ — you θα έχεις θυσιάσει θα έχεις θυσιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει θυσιάσει θα έχει θυσιαστεί
εμείς — we θα έχουμε θυσιάσει θα έχουμε θυσιαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε θυσιάσει θα έχετε θυσιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν θυσιάσει θα έχουν θυσιαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να θυσιάζω να θυσιάζομαι
εσύ — you να θυσιάζεις να θυσιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θυσιάζει να θυσιάζεται
εμείς — we να θυσιάζουμε, να θυσιάζομε να θυσιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να θυσιάζετε να θυσιάζεστε, να θυσιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θυσιάζουν(ε) να θυσιάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να θυσιάσω να θυσιαστώ
εσύ — you να θυσιάσεις να θυσιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να θυσιάσει να θυσιαστεί
εμείς — we να θυσιάσουμε, να θυσιάσομε να θυσιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να θυσιάσετε να θυσιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να θυσιάσουν να θυσιαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω θυσιάσει να έχω θυσιαστεί
εσύ — you να έχεις θυσιάσει να έχεις θυσιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει θυσιάσει να έχει θυσιαστεί
εμείς — we να έχουμε θυσιάσει να έχουμε θυσιαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε θυσιάσει να έχετε θυσιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν θυσιάσει να έχουν θυσιαστεί

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Can mean sacrificing time, money, comfort or another valued thing for a purpose. The middle can describe making sacrifices for others. θυσιασμένος, -η, -ο describes what has been sacrificed.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Θυσίασε τον ελεύθερο χρόνο της για το έργο.

She gave up her free time for the project.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — θυσιάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/thusiazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /thusiazo/