Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
γλεντάω — to have fun; to celebrate.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γλεντάω, γλεντώ |
| εσύ — you | γλεντάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γλεντάει, γλεντά |
| εμείς — we | γλεντάμε, γλεντούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | γλεντάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γλεντάν(ε), γλεντούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γλεντούσα, γλένταγα |
| εσύ — you | γλεντούσες, γλένταγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γλεντούσε, γλένταγε |
| εμείς — we | γλεντούσαμε, γλεντάγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | γλεντούσατε, γλεντάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γλεντούσαν(ε), γλένταγαν, γλεντάγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γλέντησα |
| εσύ — you | γλέντησες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γλέντησε |
| εμείς — we | γλεντήσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | γλεντήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γλέντησαν, γλεντήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω γλεντήσει |
| εσύ — you | έχεις γλεντήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει γλεντήσει |
| εμείς — we | έχουμε γλεντήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε γλεντήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν γλεντήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα γλεντήσει |
| εσύ — you | είχες γλεντήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε γλεντήσει |
| εμείς — we | είχαμε γλεντήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε γλεντήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν γλεντήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα γλεντάω, θα γλεντώ |
| εσύ — you | θα γλεντάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα γλεντάει, θα γλεντά |
| εμείς — we | θα γλεντάμε, θα γλεντούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα γλεντάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα γλεντάν(ε), θα γλεντούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα γλεντήσω |
| εσύ — you | θα γλεντήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα γλεντήσει |
| εμείς — we | θα γλεντήσουμε, θα γλεντήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα γλεντήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα γλεντήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω γλεντήσει |
| εσύ — you | θα έχεις γλεντήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει γλεντήσει |
| εμείς — we | θα έχουμε γλεντήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε γλεντήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν γλεντήσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να γλεντάω, να γλεντώ |
| εσύ — you | να γλεντάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να γλεντάει, να γλεντά |
| εμείς — we | να γλεντάμε, να γλεντούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να γλεντάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να γλεντάν(ε), να γλεντούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να γλεντήσω |
| εσύ — you | να γλεντήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να γλεντήσει |
| εμείς — we | να γλεντήσουμε, να γλεντήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να γλεντήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να γλεντήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω γλεντήσει |
| εσύ — you | να έχεις γλεντήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει γλεντήσει |
| εμείς — we | να έχουμε γλεντήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε γλεντήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν γλεντήσει |
Imperative · Προστακτική
γλέντα, γλένταγε / γλεντάτε
Simple: γλέντησε (εσύ); γλεντήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Γλεντάω / γλεντώ often means enjoying oneself at a celebration with music, dancing, or food.
Γλεντήσαμε μέχρι αργά.
We celebrated until late.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γλεντάω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/glentao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/glentao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.