Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

γλεντάω — to have fun; to celebrate

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

γλεντάω — to have fun; to celebrate.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γλεντάω, γλεντώ
εσύ — you γλεντάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γλεντάει, γλεντά
εμείς — we γλεντάμε, γλεντούμε
εσείς — you (plural / polite) γλεντάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γλεντάν(ε), γλεντούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γλεντούσα, γλένταγα
εσύ — you γλεντούσες, γλένταγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γλεντούσε, γλένταγε
εμείς — we γλεντούσαμε, γλεντάγαμε
εσείς — you (plural / polite) γλεντούσατε, γλεντάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γλεντούσαν(ε), γλένταγαν, γλεντάγανε

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γλέντησα
εσύ — you γλέντησες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γλέντησε
εμείς — we γλεντήσαμε
εσείς — you (plural / polite) γλεντήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γλέντησαν, γλεντήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω γλεντήσει
εσύ — you έχεις γλεντήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει γλεντήσει
εμείς — we έχουμε γλεντήσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε γλεντήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν γλεντήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα γλεντήσει
εσύ — you είχες γλεντήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε γλεντήσει
εμείς — we είχαμε γλεντήσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε γλεντήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν γλεντήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα γλεντάω, θα γλεντώ
εσύ — you θα γλεντάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γλεντάει, θα γλεντά
εμείς — we θα γλεντάμε, θα γλεντούμε
εσείς — you (plural / polite) θα γλεντάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γλεντάν(ε), θα γλεντούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα γλεντήσω
εσύ — you θα γλεντήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γλεντήσει
εμείς — we θα γλεντήσουμε, θα γλεντήσομε
εσείς — you (plural / polite) θα γλεντήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γλεντήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω γλεντήσει
εσύ — you θα έχεις γλεντήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει γλεντήσει
εμείς — we θα έχουμε γλεντήσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε γλεντήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν γλεντήσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να γλεντάω, να γλεντώ
εσύ — you να γλεντάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γλεντάει, να γλεντά
εμείς — we να γλεντάμε, να γλεντούμε
εσείς — you (plural / polite) να γλεντάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γλεντάν(ε), να γλεντούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να γλεντήσω
εσύ — you να γλεντήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γλεντήσει
εμείς — we να γλεντήσουμε, να γλεντήσομε
εσείς — you (plural / polite) να γλεντήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γλεντήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω γλεντήσει
εσύ — you να έχεις γλεντήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει γλεντήσει
εμείς — we να έχουμε γλεντήσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε γλεντήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν γλεντήσει

Imperative · Προστακτική

γλέντα, γλένταγε / γλεντάτε

Simple: γλέντησε (εσύ); γλεντήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Γλεντάω / γλεντώ often means enjoying oneself at a celebration with music, dancing, or food.

Γλεντήσαμε μέχρι αργά.

We celebrated until late.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γλεντάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/glentao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /glentao/