Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

γκρινιάζω — to grumble; to complain

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

γκρινιάζω — to grumble; to complain.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γκρινιάζω
εσύ — you γκρινιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γκρινιάζει
εμείς — we γκρινιάζουμε, γκρινιάζομε
εσείς — you (plural / polite) γκρινιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γκρινιάζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γκρίνιαζα
εσύ — you γκρίνιαζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γκρίνιαζε
εμείς — we γκρινιάζαμε
εσείς — you (plural / polite) γκρινιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γκρίνιαζαν, γκρινιάζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γκρίνιαξα
εσύ — you γκρίνιαξες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γκρίνιαξε
εμείς — we γκρινιάξαμε
εσείς — you (plural / polite) γκρινιάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γκρίνιαξαν, γκρινιάξαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω γκρινιάξει
εσύ — you έχεις γκρινιάξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει γκρινιάξει
εμείς — we έχουμε γκρινιάξει
εσείς — you (plural / polite) έχετε γκρινιάξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν γκρινιάξει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα γκρινιάξει
εσύ — you είχες γκρινιάξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε γκρινιάξει
εμείς — we είχαμε γκρινιάξει
εσείς — you (plural / polite) είχατε γκρινιάξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν γκρινιάξει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα γκρινιάζω
εσύ — you θα γκρινιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γκρινιάζει
εμείς — we θα γκρινιάζουμε, θα γκρινιάζομε
εσείς — you (plural / polite) θα γκρινιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γκρινιάζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα γκρινιάξω
εσύ — you θα γκρινιάξεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γκρινιάξει
εμείς — we θα γκρινιάξουμε, θα γκρινιάξομε
εσείς — you (plural / polite) θα γκρινιάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γκρινιάξουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω γκρινιάξει
εσύ — you θα έχεις γκρινιάξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει γκρινιάξει
εμείς — we θα έχουμε γκρινιάξει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε γκρινιάξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν γκρινιάξει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να γκρινιάζω
εσύ — you να γκρινιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γκρινιάζει
εμείς — we να γκρινιάζουμε, να γκρινιάζομε
εσείς — you (plural / polite) να γκρινιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γκρινιάζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να γκρινιάξω
εσύ — you να γκρινιάξεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γκρινιάξει
εμείς — we να γκρινιάξουμε, να γκρινιάξομε
εσείς — you (plural / polite) να γκρινιάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γκρινιάξουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω γκρινιάξει
εσύ — you να έχεις γκρινιάξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει γκρινιάξει
εμείς — we να έχουμε γκρινιάξει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε γκρινιάξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν γκρινιάξει

Imperative · Προστακτική

γκρίνιαζε / γκρινιάζετε

Simple: γκρίνιαξε (εσύ); γκρινιάξτε, γκρινιάχτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The ordinary meaning is to grumble or complain persistently. Negative commands use μη: μη γκρινιάζεις / μη γκρινιάζετε.

Μη γκρινιάζεις για τον καιρό.

Do not grumble about the weather.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γκρινιάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/gkriniazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /gkriniazo/