Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
γκρινιάζω — to grumble; to complain.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γκρινιάζω |
| εσύ — you | γκρινιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γκρινιάζει |
| εμείς — we | γκρινιάζουμε, γκρινιάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | γκρινιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γκρινιάζουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γκρίνιαζα |
| εσύ — you | γκρίνιαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γκρίνιαζε |
| εμείς — we | γκρινιάζαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | γκρινιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γκρίνιαζαν, γκρινιάζαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γκρίνιαξα |
| εσύ — you | γκρίνιαξες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γκρίνιαξε |
| εμείς — we | γκρινιάξαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | γκρινιάξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γκρίνιαξαν, γκρινιάξαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω γκρινιάξει |
| εσύ — you | έχεις γκρινιάξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει γκρινιάξει |
| εμείς — we | έχουμε γκρινιάξει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε γκρινιάξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν γκρινιάξει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα γκρινιάξει |
| εσύ — you | είχες γκρινιάξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε γκρινιάξει |
| εμείς — we | είχαμε γκρινιάξει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε γκρινιάξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν γκρινιάξει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα γκρινιάζω |
| εσύ — you | θα γκρινιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα γκρινιάζει |
| εμείς — we | θα γκρινιάζουμε, θα γκρινιάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα γκρινιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα γκρινιάζουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα γκρινιάξω |
| εσύ — you | θα γκρινιάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα γκρινιάξει |
| εμείς — we | θα γκρινιάξουμε, θα γκρινιάξομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα γκρινιάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα γκρινιάξουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω γκρινιάξει |
| εσύ — you | θα έχεις γκρινιάξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει γκρινιάξει |
| εμείς — we | θα έχουμε γκρινιάξει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε γκρινιάξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν γκρινιάξει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να γκρινιάζω |
| εσύ — you | να γκρινιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να γκρινιάζει |
| εμείς — we | να γκρινιάζουμε, να γκρινιάζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να γκρινιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να γκρινιάζουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να γκρινιάξω |
| εσύ — you | να γκρινιάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να γκρινιάξει |
| εμείς — we | να γκρινιάξουμε, να γκρινιάξομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να γκρινιάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να γκρινιάξουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω γκρινιάξει |
| εσύ — you | να έχεις γκρινιάξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει γκρινιάξει |
| εμείς — we | να έχουμε γκρινιάξει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε γκρινιάξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν γκρινιάξει |
Imperative · Προστακτική
γκρίνιαζε / γκρινιάζετε
Simple: γκρίνιαξε (εσύ); γκρινιάξτε, γκρινιάχτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The ordinary meaning is to grumble or complain persistently. Negative commands use μη: μη γκρινιάζεις / μη γκρινιάζετε.
Μη γκρινιάζεις για τον καιρό.
Do not grumble about the weather.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γκρινιάζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/gkriniazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/gkriniazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.