φωνάζω (fonazo) — to shout

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Μη φωνάζεις, σε ακούω.

Do not shout; I can hear you.

Φωνάζω can mean shout, call out or call someone over. Μη φωνάζεις addresses one person and asks them not to shout.

Compare the meanings: μιλάω (milao) — to speak

φωνάζω means to shout, call out, or call someone over.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I φωνάζω
εσύ — you φωνάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φωνάζει
εμείς — we φωνάζουμε, φωνάζομε
εσείς — you (plural / polite) φωνάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φωνάζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I φώναζα
εσύ — you φώναζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φώναζε
εμείς — we φωνάζαμε
εσείς — you (plural / polite) φωνάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φώναζαν, φωνάζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I φώναξα
εσύ — you φώναξες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φώναξε
εμείς — we φωνάξαμε
εσείς — you (plural / polite) φωνάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φώναξαν, φωνάξαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω φωνάξει
εσύ — you έχεις φωνάξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φωνάξει
εμείς — we έχουμε φωνάξει
εσείς — you (plural / polite) έχετε φωνάξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φωνάξει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα φωνάξει
εσύ — you είχες φωνάξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φωνάξει
εμείς — we είχαμε φωνάξει
εσείς — you (plural / polite) είχατε φωνάξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φωνάξει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα φωνάζω
εσύ — you θα φωνάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φωνάζει
εμείς — we θα φωνάζουμε, θα φωνάζομε
εσείς — you (plural / polite) θα φωνάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φωνάζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα φωνάξω
εσύ — you θα φωνάξεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φωνάξει
εμείς — we θα φωνάξουμε, θα φωνάξομε
εσείς — you (plural / polite) θα φωνάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φωνάξουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω φωνάξει
εσύ — you θα έχεις φωνάξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φωνάξει
εμείς — we θα έχουμε φωνάξει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φωνάξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φωνάξει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να φωνάζω
εσύ — you να φωνάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φωνάζει
εμείς — we να φωνάζουμε, να φωνάζομε
εσείς — you (plural / polite) να φωνάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φωνάζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να φωνάξω
εσύ — you να φωνάξεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φωνάξει
εμείς — we να φωνάξουμε, να φωνάξομε
εσείς — you (plural / polite) να φωνάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φωνάξουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω φωνάξει
εσύ — you να έχεις φωνάξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φωνάξει
εμείς — we να έχουμε φωνάξει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φωνάξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φωνάξει

Imperative · Προστακτική

φώναζε / φωνάζετε

Simple: φώναξε (εσύ); φωνάξτε, φωνάχτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Φωνάζω σε κάποιον can mean to shout at someone; φωνάζω κάποιον can mean to call or summon them.

Φώναξε τον Γιάννη.

Call Giannis over.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φωνάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/fonazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /fonazo/