φιλάω (filao) — to kiss

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φιλάω — to kiss.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φιλάω, φιλώ φιλιέμαι
εσύ — you φιλάς φιλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φιλάει, φιλά φιλιέται
εμείς — we φιλάμε, φιλούμε φιλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) φιλάτε φιλιέστε, φιλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φιλάν(ε), φιλούν(ε) φιλιούνται, φιλιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φιλούσα, φίλαγα φιλιόμουν(α)
εσύ — you φιλούσες, φίλαγες φιλιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φιλούσε, φίλαγε φιλιόταν(ε)
εμείς — we φιλούσαμε, φιλάγαμε φιλιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) φιλούσατε, φιλάγατε φιλιόσαστε, φιλιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they φιλούσαν(ε), φίλαγαν, φιλάγανε φιλιόνταν(ε), φιλιούνταν, φιλιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φίλησα φιλήθηκα
εσύ — you φίλησες φιλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φίλησε φιλήθηκε
εμείς — we φιλήσαμε φιληθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φιλήσατε φιληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φίλησαν, φιλήσαν(ε) φιλήθηκαν, φιληθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω φιλήσει έχω φιληθεί
εσύ — you έχεις φιλήσει έχεις φιληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φιλήσει έχει φιληθεί
εμείς — we έχουμε φιλήσει έχουμε φιληθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φιλήσει έχετε φιληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φιλήσει έχουν φιληθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα φιλήσει είχα φιληθεί
εσύ — you είχες φιλήσει είχες φιληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φιλήσει είχε φιληθεί
εμείς — we είχαμε φιλήσει είχαμε φιληθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φιλήσει είχατε φιληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φιλήσει είχαν φιληθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φιλάω, θα φιλώ θα φιλιέμαι
εσύ — you θα φιλάς θα φιλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φιλάει, θα φιλά θα φιλιέται
εμείς — we θα φιλάμε, θα φιλούμε θα φιλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα φιλάτε θα φιλιέστε, θα φιλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φιλάν(ε), θα φιλούν(ε) θα φιλιούνται, θα φιλιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φιλήσω θα φιληθώ
εσύ — you θα φιλήσεις θα φιληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φιλήσει θα φιληθεί
εμείς — we θα φιλήσουμε, θα φιλήσομε θα φιληθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φιλήσετε θα φιληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φιλήσουν(ε) θα φιληθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω φιλήσει θα έχω φιληθεί
εσύ — you θα έχεις φιλήσει θα έχεις φιληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φιλήσει θα έχει φιληθεί
εμείς — we θα έχουμε φιλήσει θα έχουμε φιληθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φιλήσει θα έχετε φιληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φιλήσει θα έχουν φιληθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φιλάω, να φιλώ να φιλιέμαι
εσύ — you να φιλάς να φιλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φιλάει, να φιλά να φιλιέται
εμείς — we να φιλάμε, να φιλούμε να φιλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να φιλάτε να φιλιέστε, να φιλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φιλάν(ε), να φιλούν(ε) να φιλιούνται, να φιλιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φιλήσω να φιληθώ
εσύ — you να φιλήσεις να φιληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φιλήσει να φιληθεί
εμείς — we να φιλήσουμε, να φιλήσομε να φιληθούμε
εσείς — you (plural / polite) να φιλήσετε να φιληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φιλήσουν(ε) να φιληθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω φιλήσει να έχω φιληθεί
εσύ — you να έχεις φιλήσει να έχεις φιληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φιλήσει να έχει φιληθεί
εμείς — we να έχουμε φιλήσει να έχουμε φιληθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φιλήσει να έχετε φιληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φιλήσει να έχουν φιληθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous φίλα, φίλαγε φιλάτε — —
Simple φίλησε φιλήστε φιλήσου φιληθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Φιλάω / φιλώ means to kiss. Φιλιούνται can describe people kissing each other.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τη φίλησα στο μάγουλο.

I kissed her on the cheek.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φιλάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/filao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /filao/