φεύγω (fevgo) — to leave; to depart

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Φεύγω από το σπίτι στις οκτώ.

I leave home at eight.

Φεύγω describes departing from a place. Αφήνω means leave something or someone somewhere, or let someone do something. Compare φεύγω από το σπίτι with αφήνω τα κλειδιά στο σπίτι, I leave the keys at home.

Compare the meanings: αφήνω (afino) — to leave, let · πηγαίνω / πάω (pigaino) — to go

φεύγω means to leave or depart; in a danger or escape context it can mean to flee.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I φεύγω
εσύ — you φεύγεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φεύγει
εμείς — we φεύγουμε, φεύγομε
εσείς — you (plural / polite) φεύγετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φεύγουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έφευγα
εσύ — you έφευγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έφευγε
εμείς — we φεύγαμε
εσείς — you (plural / polite) φεύγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έφευγαν, φεύγαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έφυγα
εσύ — you έφυγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έφυγε
εμείς — we φύγαμε
εσείς — you (plural / polite) φύγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έφυγαν, φύγαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω φύγει
εσύ — you έχεις φύγει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φύγει
εμείς — we έχουμε φύγει
εσείς — you (plural / polite) έχετε φύγει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φύγει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα φύγει
εσύ — you είχες φύγει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φύγει
εμείς — we είχαμε φύγει
εσείς — you (plural / polite) είχατε φύγει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φύγει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα φεύγω
εσύ — you θα φεύγεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φεύγει
εμείς — we θα φεύγουμε, θα φεύγομε
εσείς — you (plural / polite) θα φεύγετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φεύγουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα φύγω
εσύ — you θα φύγεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φύγει
εμείς — we θα φύγουμε, θα φύγομε
εσείς — you (plural / polite) θα φύγετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φύγουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω φύγει
εσύ — you θα έχεις φύγει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φύγει
εμείς — we θα έχουμε φύγει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φύγει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φύγει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να φεύγω
εσύ — you να φεύγεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φεύγει
εμείς — we να φεύγουμε, να φεύγομε
εσείς — you (plural / polite) να φεύγετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φεύγουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να φύγω
εσύ — you να φύγεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φύγει
εμείς — we να φύγουμε, να φύγομε
εσείς — you (plural / polite) να φύγετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φύγουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω φύγει
εσύ — you να έχεις φύγει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φύγει
εμείς — we να έχουμε φύγει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φύγει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φύγει

Imperative · Προστακτική

φεύγε / φεύγετε

Simple: φύγε (εσύ); φύγετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The simple past is έφυγα; the perfective nonpast stem is φύγω. Φεύγα / φευγάτε are colloquial command variants.

Έφυγα νωρίς.

I left early.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φεύγω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/fevgo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /fevgo/