φέρω (fero) — to bear; φέρομαι — to behave

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

φέρω is formal and means to bear, carry or have, as in φέρω ευθύνη. The middle φέρομαι usually means to behave or treat someone in a particular way.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φέρω φέρομαι
εσύ — you φέρεις φέρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φέρει φέρεται
εμείς — we φέρουμε, φέρομε φερόμαστε
εσείς — you (plural / polite) φέρετε φέρεστε, φερόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φέρουν(ε) φέρονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έφερα φερόμουν(α)
εσύ — you έφερες φερόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έφερε φερόταν(ε)
εμείς — we φέραμε φερόμασταν
εσείς — you (plural / polite) φέρατε φερόσαστε, φερόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έφεραν, φέραν(ε) φέρονταν, φερόντανε, φερόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έφερα φέρθηκα
εσύ — you έφερες φέρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έφερε φέρθηκε
εμείς — we φέραμε φερθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φέρατε φερθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έφεραν, φέραν(ε) φέρθηκαν, φερθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω φέρει έχω φερθεί
εσύ — you έχεις φέρει έχεις φερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φέρει έχει φερθεί
εμείς — we έχουμε φέρει έχουμε φερθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φέρει έχετε φερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φέρει έχουν φερθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα φέρει είχα φερθεί
εσύ — you είχες φέρει είχες φερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φέρει είχε φερθεί
εμείς — we είχαμε φέρει είχαμε φερθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φέρει είχατε φερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φέρει είχαν φερθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φέρω θα φέρομαι
εσύ — you θα φέρεις θα φέρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φέρει θα φέρεται
εμείς — we θα φέρουμε, θα φέρομε θα φερόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα φέρετε θα φέρεστε, θα φερόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φέρουν(ε) θα φέρονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φέρω θα φερθώ
εσύ — you θα φέρεις θα φερθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φέρει θα φερθεί
εμείς — we θα φέρουμε, θα φέρομε θα φερθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φέρετε θα φερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φέρουν(ε) θα φερθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω φέρει θα έχω φερθεί
εσύ — you θα έχεις φέρει θα έχεις φερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φέρει θα έχει φερθεί
εμείς — we θα έχουμε φέρει θα έχουμε φερθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φέρει θα έχετε φερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φέρει θα έχουν φερθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φέρω να φέρομαι
εσύ — you να φέρεις να φέρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φέρει να φέρεται
εμείς — we να φέρουμε, να φέρομε να φερόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να φέρετε να φέρεστε, να φερόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φέρουν(ε) να φέρονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φέρω να φερθώ
εσύ — you να φέρεις να φερθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φέρει να φερθεί
εμείς — we να φέρουμε, να φέρομε να φερθούμε
εσείς — you (plural / polite) να φέρετε να φερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φέρουν(ε) να φερθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω φέρει να έχω φερθεί
εσύ — you να έχεις φέρει να έχεις φερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φέρει να έχει φερθεί
εμείς — we να έχουμε φέρει να έχουμε φερθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φέρει να έχετε φερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φέρει να έχουν φερθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous φέρε φέρετε — φέρεστε
Simple φέρε φέρετε φέρσου φερθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The middle behaviour series is φέρομαι, φέρθηκα, θα φερθώ, έχω φερθεί. φέρνομαι is a common spoken variant.
  • In formal reporting, φέρεται να … means is alleged or reported to …. This present-stem use is distinct from behaviour.
  • The learned active φέρω and everyday φέρνω share perfective έφερα / έχω φέρει but are not freely interchangeable in every expression.
  • φερόμενος, -η, -ο often means alleged or reported; φερμένος means brought.

Φέρει την ευθύνη για την απόφαση.

She bears responsibility for the decision.

Φέρσου με σεβασμό.

Behave respectfully.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φέρω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/fero/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /fero/