φέρνω (ferno) — to bring

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Θα φέρω ψωμί για το βραδινό.

I will bring bread for dinner.

Learn φέρνω together with έφερα, I brought, and θα φέρω, I will bring. The present and the simple future do not use exactly the same stem.

Compare the meanings: στέλνω (stelno) — to send

φέρνω means to bring someone or something. The middle φέρνομαι is commonly used in the separate sense behave; it is not simply the ordinary passive of bring.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I φέρνω φέρνομαι
εσύ — you φέρνεις φέρνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it φέρνει φέρνεται
εμείς — we φέρνουμε, φέρνομε φερνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) φέρνετε φέρνεστε, φερνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they φέρνουν(ε) φέρνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έφερνα φερνόμουν(α)
εσύ — you έφερνες φερνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έφερνε φερνόταν(ε)
εμείς — we φέρναμε φερνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) φέρνατε φερνόσαστε, φερνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έφερναν, φέρναν(ε) φέρνονταν, φερνόντανε, φερνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έφερα φέρθηκα
εσύ — you έφερες φέρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έφερε φέρθηκε
εμείς — we φέραμε φερθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) φέρατε φερθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έφεραν, φέραν(ε) φέρθηκαν, φερθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω φέρει έχω φερθεί
εσύ — you έχεις φέρει έχεις φερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει φέρει έχει φερθεί
εμείς — we έχουμε φέρει έχουμε φερθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε φέρει έχετε φερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν φέρει έχουν φερθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα φέρει είχα φερθεί
εσύ — you είχες φέρει είχες φερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε φέρει είχε φερθεί
εμείς — we είχαμε φέρει είχαμε φερθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε φέρει είχατε φερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν φέρει είχαν φερθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φέρνω θα φέρνομαι
εσύ — you θα φέρνεις θα φέρνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φέρνει θα φέρνεται
εμείς — we θα φέρνουμε, θα φέρνομε θα φερνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα φέρνετε θα φέρνεστε, θα φερνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φέρνουν(ε) θα φέρνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα φέρω θα φερθώ
εσύ — you θα φέρεις θα φερθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα φέρει θα φερθεί
εμείς — we θα φέρουμε, θα φέρομε θα φερθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα φέρετε θα φερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα φέρουν(ε) θα φερθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω φέρει θα έχω φερθεί
εσύ — you θα έχεις φέρει θα έχεις φερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει φέρει θα έχει φερθεί
εμείς — we θα έχουμε φέρει θα έχουμε φερθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε φέρει θα έχετε φερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν φέρει θα έχουν φερθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φέρνω να φέρνομαι
εσύ — you να φέρνεις να φέρνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φέρνει να φέρνεται
εμείς — we να φέρνουμε, να φέρνομε να φερνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να φέρνετε να φέρνεστε, να φερνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φέρνουν(ε) να φέρνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να φέρω να φερθώ
εσύ — you να φέρεις να φερθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να φέρει να φερθεί
εμείς — we να φέρουμε, να φέρομε να φερθούμε
εσείς — you (plural / polite) να φέρετε να φερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να φέρουν(ε) να φερθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω φέρει να έχω φερθεί
εσύ — you να έχεις φέρει να έχεις φερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει φέρει να έχει φερθεί
εμείς — we να έχουμε φέρει να έχουμε φερθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε φέρει να έχετε φερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν φέρει να έχουν φερθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous φέρνε φέρνετε — φέρνεστε
Simple φέρε φέρτε φέρσου φερθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • έχω φέρει means I have brought. έχω φερθεί usually means I have behaved. To say someone was brought here, τον / την έφεραν εδώ is a clear construction.
  • φερμένος, -η, -ο describes something brought. It is different from the behaviour meaning of φέρθηκα.

Φέρε μου λίγο νερό.

Bring me some water.

Μου φέρθηκε ευγενικά.

She treated me politely.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φέρνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ferno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /ferno/