στέλνω (stelno) — to send

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

στέλνω — to send.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I στέλνω στέλνομαι
εσύ — you στέλνεις στέλνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στέλνει στέλνεται
εμείς — we στέλνουμε, στέλνομε στελνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) στέλνετε στέλνεστε, στελνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they στέλνουν(ε) στέλνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έστελνα στελνόμουν(α)
εσύ — you έστελνες στελνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έστελνε στελνόταν(ε)
εμείς — we στέλναμε στελνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) στέλνατε στελνόσαστε, στελνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έστελναν, στέλναν(ε) στέλνονταν, στελνόντανε, στελνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έστειλα στάλθηκα
εσύ — you έστειλες στάλθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έστειλε στάλθηκε
εμείς — we στείλαμε σταλθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) στείλατε σταλθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έστειλαν, στείλαν(ε) στάλθηκαν, σταλθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω στείλει έχω σταλθεί
εσύ — you έχεις στείλει έχεις σταλθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει στείλει έχει σταλθεί
εμείς — we έχουμε στείλει έχουμε σταλθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε στείλει έχετε σταλθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν στείλει έχουν σταλθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα στείλει είχα σταλθεί
εσύ — you είχες στείλει είχες σταλθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε στείλει είχε σταλθεί
εμείς — we είχαμε στείλει είχαμε σταλθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε στείλει είχατε σταλθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν στείλει είχαν σταλθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα στέλνω θα στέλνομαι
εσύ — you θα στέλνεις θα στέλνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα στέλνει θα στέλνεται
εμείς — we θα στέλνουμε, θα στέλνομε θα στελνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα στέλνετε θα στέλνεστε, θα στελνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα στέλνουν(ε) θα στέλνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα στείλω θα σταλθώ, θα σταλώ
εσύ — you θα στείλεις θα σταλθείς, θα σταλείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα στείλει θα σταλθεί, θα σταλεί
εμείς — we θα στείλουμε, θα στείλομε θα σταλθούμε, θα σταλούμε
εσείς — you (plural / polite) θα στείλετε θα σταλθείτε, θα σταλείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα στείλουν(ε) θα σταλθούν(ε), θα σταλούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω στείλει θα έχω σταλθεί
εσύ — you θα έχεις στείλει θα έχεις σταλθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει στείλει θα έχει σταλθεί
εμείς — we θα έχουμε στείλει θα έχουμε σταλθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε στείλει θα έχετε σταλθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν στείλει θα έχουν σταλθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να στέλνω να στέλνομαι
εσύ — you να στέλνεις να στέλνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να στέλνει να στέλνεται
εμείς — we να στέλνουμε, να στέλνομε να στελνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να στέλνετε να στέλνεστε, να στελνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να στέλνουν(ε) να στέλνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να στείλω να σταλθώ, να σταλώ
εσύ — you να στείλεις να σταλθείς, να σταλείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να στείλει να σταλθεί, να σταλεί
εμείς — we να στείλουμε, να στείλομε να σταλθούμε, να σταλούμε
εσείς — you (plural / polite) να στείλετε να σταλθείτε, να σταλείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να στείλουν(ε) να σταλθούν(ε), να σταλούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω στείλει να έχω σταλθεί
εσύ — you να έχεις στείλει να έχεις σταλθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει στείλει να έχει σταλθεί
εμείς — we να έχουμε στείλει να έχουμε σταλθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε στείλει να έχετε σταλθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν στείλει να έχουν σταλθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: στέλνε (εσύ), στέλνετε (εσείς).

Simple: στείλε (εσύ); στείλτε, στείλετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The passive has both σταλθώ / σταλθεί and σταλώ / σταλεί forms. The compounds consistently show σταλθεί; σταλεί is equally valid. Learned εστάλη and εστάλησαν are common in formal writing, while the table keeps modern στάλθηκα forms. σταλμένος, -η, -ο means sent.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Στείλε μου ένα μήνυμα.

Send me a message.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — στέλνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/stelno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /stelno/