στεναχωράω (stenaxorao) — to upset

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

στεναχωράω / στεναχωρώ — to upset; distress.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I στεναχωράω, στεναχωρώ στεναχωριέμαι
εσύ — you στεναχωράς στεναχωριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στεναχωράει, στεναχωρά στεναχωριέται
εμείς — we στεναχωράμε, στεναχωρούμε στεναχωριόμαστε
εσείς — you (plural / polite) στεναχωράτε στεναχωριέστε, στεναχωριόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they στεναχωράν(ε), στεναχωρούν(ε) στεναχωριούνται, στεναχωριόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I στεναχωρούσα, στεναχώραγα στεναχωριόμουν(α)
εσύ — you στεναχωρούσες, στεναχώραγες στεναχωριόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στεναχωρούσε, στεναχώραγε στεναχωριόταν(ε)
εμείς — we στεναχωρούσαμε, στεναχωράγαμε στεναχωριόμασταν
εσείς — you (plural / polite) στεναχωρούσατε, στεναχωράγατε στεναχωριόσαστε, στεναχωριόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they στεναχωρούσαν(ε), στεναχώραγαν, στεναχωράγανε στεναχωριόνταν(ε), στεναχωριούνταν, στεναχωριόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I στεναχώρεσα στεναχωρέθηκα
εσύ — you στεναχώρεσες στεναχωρέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στεναχώρεσε στεναχωρέθηκε
εμείς — we στεναχωρέσαμε στεναχωρεθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) στεναχωρέσατε στεναχωρεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they στεναχώρεσαν, στεναχωρέσαν(ε) στεναχωρέθηκαν, στεναχωρεθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω στεναχωρέσει έχω στεναχωρεθεί
εσύ — you έχεις στεναχωρέσει έχεις στεναχωρεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει στεναχωρέσει έχει στεναχωρεθεί
εμείς — we έχουμε στεναχωρέσει έχουμε στεναχωρεθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε στεναχωρέσει έχετε στεναχωρεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν στεναχωρέσει έχουν στεναχωρεθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα στεναχωρέσει είχα στεναχωρεθεί
εσύ — you είχες στεναχωρέσει είχες στεναχωρεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε στεναχωρέσει είχε στεναχωρεθεί
εμείς — we είχαμε στεναχωρέσει είχαμε στεναχωρεθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε στεναχωρέσει είχατε στεναχωρεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν στεναχωρέσει είχαν στεναχωρεθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα στεναχωράω, θα στεναχωρώ θα στεναχωριέμαι
εσύ — you θα στεναχωράς θα στεναχωριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα στεναχωράει, θα στεναχωρά θα στεναχωριέται
εμείς — we θα στεναχωράμε, θα στεναχωρούμε θα στεναχωριόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα στεναχωράτε θα στεναχωριέστε, θα στεναχωριόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα στεναχωράν(ε), θα στεναχωρούν(ε) θα στεναχωριούνται, θα στεναχωριόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα στεναχωρέσω θα στεναχωρεθώ
εσύ — you θα στεναχωρέσεις θα στεναχωρεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα στεναχωρέσει θα στεναχωρεθεί
εμείς — we θα στεναχωρέσουμε, θα στεναχωρέσομε θα στεναχωρεθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα στεναχωρέσετε θα στεναχωρεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα στεναχωρέσουν(ε) θα στεναχωρεθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω στεναχωρέσει θα έχω στεναχωρεθεί
εσύ — you θα έχεις στεναχωρέσει θα έχεις στεναχωρεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει στεναχωρέσει θα έχει στεναχωρεθεί
εμείς — we θα έχουμε στεναχωρέσει θα έχουμε στεναχωρεθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε στεναχωρέσει θα έχετε στεναχωρεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν στεναχωρέσει θα έχουν στεναχωρεθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να στεναχωράω, να στεναχωρώ να στεναχωριέμαι
εσύ — you να στεναχωράς να στεναχωριέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να στεναχωράει, να στεναχωρά να στεναχωριέται
εμείς — we να στεναχωράμε, να στεναχωρούμε να στεναχωριόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να στεναχωράτε να στεναχωριέστε, να στεναχωριόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να στεναχωράν(ε), να στεναχωρούν(ε) να στεναχωριούνται, να στεναχωριόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να στεναχωρέσω να στεναχωρεθώ
εσύ — you να στεναχωρέσεις να στεναχωρεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να στεναχωρέσει να στεναχωρεθεί
εμείς — we να στεναχωρέσουμε, να στεναχωρέσομε να στεναχωρεθούμε
εσείς — you (plural / polite) να στεναχωρέσετε να στεναχωρεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να στεναχωρέσουν(ε) να στεναχωρεθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω στεναχωρέσει να έχω στεναχωρεθεί
εσύ — you να έχεις στεναχωρέσει να έχεις στεναχωρεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει στεναχωρέσει να έχει στεναχωρεθεί
εμείς — we να έχουμε στεναχωρέσει να έχουμε στεναχωρεθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε στεναχωρέσει να έχετε στεναχωρεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν στεναχωρέσει να έχουν στεναχωρεθεί

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • στεναχωράω means upsetting someone; στεναχωριέμαι means being or getting upset. Related spellings and perfective variants include στενοχωρώ and στεναχώρησα. στεναχωρεμένος, -η, -ο describes an upset state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Μη στεναχωριέσαι.

Do not be upset.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — στεναχωρώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/stenaxorao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /stenaxorao/